Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012


ΠΡΟΚΛΟΣ

Γεννήθηκε περί το 410 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε το 485. Η καταγωγή του ήταν αριστοκρατική από την πόλη Ξάνθο της Λυκίας της Μ. Ασίας, ο πατέρας του Πατρίκιος ήταν σημαντικός νομικός,  Έτυχε σπουδαίας μόρφωσης, διότι ο πατέρας του τον προόριζε για διάδοχό του. Οι γονείς του όμως αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Κωνσταντινούπολη και επέστρεψαν στην Ξάνθο, όταν ανέλαβε την εξουσία η φανατική χριστιανή και διώκτης των Ελλήνων Πουλχερία, ως μεγαλύτερη αδελφή του ανήλικου τότε αυτοκράτορα, επίσης φανατικού Θεοδόσιου  Β΄ του Μικρού.
Ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος, θεωρείται ένας από τους τέσσερεις μεγαλύτερους Νεοπλατωνικούς φιλοσόφους μαζί με τον Πλωτίνο, τον Πορφύριο και τον Ιάμβλιχο, υπήρξε δε ένας από  τους τελευταίους Σχολάρχες της Ακαδήμειας των Αθηνών. Ο σύγχρονος ερευνητής Dodds τον κατατάσσει στην δεύτερη θέση μετά τον Πλωτίνο. Ήταν μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του 5ου αιώνα μ.Χ., υπήρξε πολυγραφότατος φιλόσοφος και δραστήριος θεουργός του Νεοπλατωνισμού.
Στην Ξάνθο πήρε τα πρώτα του μαθήματα, αργότερα σπούδασε αρχικά ρητορική και νομικά στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι σχολές είχαν αναδιοργανωθεί από την Αθηναία σύζυγο του Θεοδόσιου του Β΄ Ευδοκία, κόρη του Αθηναίου σοφιστή Λεόντιου, η οποία είχε Ελληνική παιδεία και επέτρεψε την λειτουργία αναβαθμισμένης φιλοσοφικής σχολής. Όπως όμως αναφέρει ο Μαρίνος, η θεά Αθηνά τον προέτρεψε να παρακολουθήσει τα μαθήματα των Αθηναϊκών σχολών. Εγκατέλειψε τότε την νομική και πήγε στην Αλεξάνδρεια να σπουδάσει φιλοσοφία με τον Ολυμπιόδωρο και μαθηματικά με τον Ήρωνα. Αργότερα ήλθε σε ρήξη με τον πρώτο, διότι δεν ερμήνευε ορθά τον Αριστοτέλη, τον εγκατέλειψε και πήγε στην Αθήνα σε ηλικία δέκα εννέα ετών.
Τα περισσότερα στοιχεία για την ζωή, το έργο και την προσωπικότητα του Πρόκλου, τα αντλούμε από την βιογραφία του που συνέγραψε ο μαθητής του Μαρίνος, επίσης από το έργο του, καθώς και από άλλες πηγές των συνοδοιπόρων του και των αντιπάλων του. Η βιογραφία του, ανήκει στο είδος που οι μελετητές αποκάλεσαν «παγανιστική αγιογραφία». Σε αυτό το είδος εντάσσονται οι «Βίοι Σοφιστών» του Ευνάπιου, ο «Βίος του Πυθαγόρα» που γράφτηκε από δύο σπουδαίους φιλοσόφους τον Πορφύριο και τον Ιάμβλιχο, ο «Βίος του Πλωτίνου» τον οποίον έγραψε ο Πορφύριος και ο «Βίος του Ισιδώρου» που έγραψε ο Δαμάσκιος. 
Στην Ακαδήμεια όπου φοίτησε, εντυπωσίασε με τις πνευματικές του ικανότητες τους Σχολάρχες Πλούταρχο και Συριανό, οι οποίοι τον είχαν δεχθεί σαν φυσικό παιδί τους. Σε διάστημα έξι ετών ολοκλήρωσε τις σπουδές του στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, στην συνέχεια ονομάστηκε «Πρύτανης - Διάδοχος της Σχολής - Σχολάρχης», υπηρετώντας την  φιλοσοφία επάξια επί πενήντα χρόνια.  
Ο Πρόκλος ζούσε λιτά σαν ασκητής, ήταν βαθύτατα θρησκευόμενος, εσωτεριστής, οραματιστής και φιλάνθρωπος με σπουδαία κοινωνική δράση. Κάθε ημέρα τελούσε τις καθιερωμένες ιεροπραξίες και συμμετείχε στα πολιτικά δρώμενα των Αθηνών, συμβούλευε τους λειτουργούς και τους άρχοντες της πόλεως και έδινε διαλέξεις. Επέβλεπε τους εκπαιδευτικούς, ώστε να φέρονται με σωφροσύνη στους νέους και να βιώνουν αυτά τα οποία δίδασκαν, όπως έπραττε ο ίδιος. Ως θρησκευόμενος φιλόσοφος ήταν Μύστης, Θεουργός, Εσωτεριστής, Οραματιστής και Φιλάνθρωπος με σημαντική κοινωνική  δράση και προσφορά.  
Υπήρξε  πολυγραφότατος, το  έργο του  που έχει διασωθεί είναι σπουδαίο, το οποίον θα ερευνήσουμε στην συνέχεια. Αποτελείται  από  μελέτες της  Πλατωνικής  μεταφυσικής, φιλοσοφικές  έρευνες, καθώς  και  από  μία  συνοπτική  μελέτη  της  Ελληνικής  λογοτεχνίας. Επίσης είχε γράψει  ύμνους  προς στις  αρχαίες θεότητες, γνώριζε ότι διά των  θρησκευτικών  ύμνων - Ελληνική ρίζα υμν = δεσμός - σύνδεσμος,  ο  φιλόσοφος  εγείρει  την  θεϊκή  φύση  που οδηγεί προς  την  τελείωση και  στη  συνέχεια  προς την  θέωση.
Μέχρι το θάνατό του το 485 μ.Χ., ήταν Σχολάρχης της Νεοπλατωνικής Ακαδήμειας των Αθηνών, την οποίαν ως γνωστό, έκλεισε μαζί με όλες τις άλλες φιλοσοφικές σχολές ο ανθέλληνας Αυτοκράτορας Ιουστινιανός  με διάταγμά του το 529. Με το διάταγμα αυτό απαγόρευσε, με την ποινή του θανάτου και δήμευση της περιουσίας υπέρ του ιδίου, την διδασκαλία της φιλοσοφίας και την ενασχόληση με τα γράμματα και τις τέχνες, εκτός από ό,τι  αφορούσε τις εκκλησιαστικές ενασχολήσεις τις οποίες ήλεγχε απόλυτα.     
Ο Μαρίνος περιγράφει τον Πρόκλο σαν Σωτήρα, διότι διέσωσε επάξια την φιλοσοφική παράδοση της Ακαδήμειας, φρόντισε την οικονομική της ανεξαρτησία και της έδωσε νέα αίγλη, ενώ παράλληλα θεράπευε και ασθενείς, φυσικά δωρεάν, διότι κατά τον Πρόκλο αυτός ήταν ο τρόπος ο οποίος όριζε την έννοια του φιλοσόφου. Χαρακτηριστική είναι η φράση που επαναλάμβανε συχνά, ότι «στον φιλόσοφο δεν αρμόζει να είναι σωτήρας μίας πόλης ή ενός κράτους, αλλά ιεροφάντης όλου του κόσμου». Ιεροφάντης, είναι αυτός που φέρνει στο φως τα ιερά - τα εξηγεί. Μόνον οι ιεροφάντες είχαν το δικαίωμα να ερμηνεύουν τα Μυστήρια στους υπό μύησιν υποψηφίους. Για την «Θρησκεία και τα Μυστήρια των Αρχαίων Ελλήνων», μπορείτε να βρείτε πλήρη ερμηνεία και ανάλυση στο ομότιτλο βιβλίο μου.  
Ο Έλληνας μελετητής Λεωνίδας Χ. Αποσκίτης στο έργο του για τον Πρόκλο, παρουσιάζει σε δική του μετάφραση το πάρα κάτω ενδιαφέρον απόσπασμα από το έργο του Μαρίνου «Βίος Πρόκλου ή Περί Ευδαιμονίας»:  Πολλά θα είχε να πει κανείς ακόμα, εάν θα ήθελε να επεκταθεί στην αφήγηση των θεουργικών πράξεων του ευδαίμονα Πρόκλου. Ανάμεσα από πάμπολλες τέτοιες πράξεις, θα αναφερθώ σε μία που ήταν αληθινό θαύμα.
 Η Ασλκηπιγένεια, κόρη του Αρχιάδα και της Πλουτάρχης, μετέπειτα σύζυγος του ευεργέτη μου Θεαγένη, όντας ακόμα παιδί ασθένησε βαρειά και οι γιατροί αδυνατούσαν να την θεραπεύσουν. Ο Αρχιάδας όπως είναι φυσικό, καθόσον εκείνη ήταν το μόνο παιδί της οικογένειας, θρηνούσε απελπισμένος, βρισκόμενος σε δεινή θέση. Βλέποντας τους γιατρούς να σηκώνουν τα χέρια τους, όπως στην μεγάλη θύελλα στρέφεται κανείς στην τελευταία άγκυρα, ή καλύτερα σε κάποιον Σωτήρα, έτσι και αυτός στράφηκε στον αγαθό φιλόσοφο και τον παρακάλεσε να δεηθεί για την άρρωστη θυγατέρα του.                                                                                                         
Ο Πρόκλος παίρνοντας μαζί του τον Περικλή, επίσης μεγάλο φιλόσοφο από την Λυδία, μετέβησαν αμέσως στο ιερό του Ασκληπιού να προσευχηθούν διότι τότε η πόλη ευτυχούσε να έχει ακόμη απόρθητο το ιερό του Σωτήρα Ασκληπιού.  Όταν ο Μαρίνος έγραφε αυτά, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Πρόκλου το ιερό του Ασκληπιού είχε καταστραφεί από τους χριστιανούς και στην θέση του έκτισαν εκκλησία του θεραπευτή αγίου Ανδρέα. Αφού λοιπόν προσευχήθηκε σύμφωνα με τον αρχαιότερο τρόπο, η κατάσταση της θυγατέρας βελτιώθηκε αμέσως και αποκαταστάθηκε σε σύντομο χρόνο. 
Ο Πρόκλος ολοκληρώνοντας την ιεροτελεστία του, πήγε στην Ασκληπιγένεια και την πρόλαβε μόλις εκείνη, απελευθερωμένη από τα σωματικά βάσανα της πάθησής της, είχε ανακτήσει την υγεία της. Αυτήν την πράξη ο φιλόσοφος δεν την έκανε με άλλο τρόπο, παρά διαφεύγοντας της προσοχής των πολλών, μη θέλοντας να δώσει αφορμή σε εκείνους που είχαν κατά νου να του κάνουν κακό. Σε αυτό βοήθησε και η θέση της κατοικίας του, η οποία ήταν ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη, επί της σημερινής οδού Δ. Αρεοπαγίτου, τότε ήταν εκεί και η έδρα της Νέας Ακαδήμειας που τώρα είναι επιχωματωμένη. Ήταν αλήθεια ένα από τα στοιχεία της καλής του τύχης, η καταλληλότητα αυτής της οικίας, στην οποίαν έμεναν ο πατέρας του Συριανός και ο προπάτοράς του Πλούταρχος, όπως εκείνος τους αποκαλούσε, αλλά και εκείνοι τον αποκαλούσαν πνευματικό τέκνο τους. Ήταν πολύ κοντά στο Ασκληπιείο, που χρονολογείτο από την εποχή του Σοφοκλή, στο θέατρο του Διονύσου και μπορούσες να το δεις και να το αισθανθείς από την Ακρόπολη.    
Ένα από τα σημαντικότερα έργα του είναι η «Θεολογική Στοιχείωση». Σε αυτό πραγματεύεται την μεταφυσική διάρθρωση του Όντος. Συγκεκριμένα, λέει ότι:  «Κάθε τι που μετέχει στο ΕΝ, είναι συν ένα, και όχι μείον ένα, ή  κάθε τι που γίνεται ένα, γίνεται ένα από την συμμετοχή του στο ΕΝ, ή κάθε τι που είναι ενωμένο, είναι διαφορετικό από το ΕΝ ή  κάθε πλήθος  πραγμάτων και  ιδεών, έπεται του Ενός».
Η καινοτομία του Πρόκλου βρίσκεται στην εισαγωγή της μεταφυσικής των Εννεάδων.  Όπως ο Νους αποτελείται από Νόες και η Ψυχή από ψυχές, έτσι και το ΕΝ αποτελείται από Εννεάδες. Αυτές  είναι κατώτερες του  Ενός, αλλά ανώτερες του Νου. Εδώ παρατηρούμε ότι ο Πρόκλος δέχεται εξελικτικά την Προσωκρατική φιλοσοφική σκέψη των Ιώνων φιλοσόφων, ειδικότερα δε τις θέσεις του Αναξαγόρα περί του παγκοσμίου Νου, στον οποίον τα πάντα υπάγονται με ελευθερία.
Ο Πρόκλος,  στο  θεωρητικό  υπόβαθρο είχε εντάξει και μία ιδιότυπη  θρησκευτική  πρακτική. Είχε επιδείξει  ιδιαίτερο  ενδιαφέρον  για  τις  θεουργικές ιεροτελεστίες, τα μυστήρια, την  αστρολογία και  την  ανάκληση  θεών. Στο  έργο του  «Θεολογούμενα  Πλάτωνος», ορίζει  τη  θεουργία  ως δύναμη  υψηλότερη  από  κάθε  ανθρώπινη  σοφία, η οποία  περιλαμβάνει  όλα τα  αγαθά  της  μαντικής, τις  καθαρτήριες  δυνάμεις της μύησης και γενικά τις  λειτουργίες  κάθε  κατοχής. 
Σύμφωνα με τον Πρόκλο, η  θεουργία βοηθά  τους  πιστούς  να  ξεφύγουν  από  την  ειμαρμένη, να  ανέλθουν  μέχρι  το  νοητό  πυρ  και  να  εξασφαλίσουν  την αθανασία της  ψυχής. Κατά τις θεουργικές τελετές έκαναν χρήση  κάποιων συμβολικών μαγικών  αγαλματιδίων. Αυτά είχαν την προέλευση και τις ρίζες τους στις πρωτόγονες  τελετουργικές λατρείες, πίστευαν δε ότι  υπάρχει  μία  αλληλεπίδραση και  μία  φυσική  συμπάθεια, η οποία όταν προσεγγιστεί κατάλληλα και με τον προσήκοντα σεβασμό, έχει την δυνατότητα να ενώνει  μυστικά  το  πρωτότυπο  με το απεικονιζόμενο, δηλαδή  το  θείο  με  την  υλική  αναπαράστασή  του.  Αυτή  την  αντίληψη  και την πρακτική υιοθέτησε αλλά και εμπορευματοποίησε ο  Χριστιανισμός,  με  τις  συλλήβδην χειροποίητες  και  βιομηχανοποιημένες θαυματουργές  εικόνες  του και άλλα διαβασμένα αντικείμενα τα οποία εμπορεύονται. 
Υπήρξε πολυγραφότατος, κάθε ημέρα έγραφε οπωσδήποτε επτακόσιους στίχους. Το έργο του αποτελείται από μελέτες της Πλατωνικής μεταφυσικής και φιλοσοφικές έρευνες. Έγραψε πολλά σχόλια για τα Πλατωνικά κείμενα, τα οποία αφορούν τα μαθηματικά και την αστρονομία, καθώς επίσης και μία συνοπτική μελέτη της Ελληνικής λογοτεχνίας. 
Ακόμη, έγραψε ύμνους για τις αρχαίες θεότητες. Αναγνώριζε ότι διά μέσου των θρησκευτικών ύμνων, ο φιλόσοφος εγείρει τη θεϊκή φύση και, ανοίγει τον δρόμο προς την τελείωση και εν συνεχεία προς την θέωση. Η επίδρασή του έχει μεγάλη διάχυση, έχει επηρεάσει την Αραβική φιλοσοφική σκέψη, την Εβραϊκή Καμπάλα, τον Αγγλοσαξονικό ρομαντισμό, τον Χέγκελ που τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και τον θεωρούσε ανώτερο του Πλωτίνου, τον Σπινόζα, την Θεοσοφία, τις Τεκτονικές Στοές, τους Ροδόσταυρους, τους Ιππότες καθώς και διάφορες μυστικές εταιρείες και τάγματα. Στο επιστημονικό πεδίο, προηγείται του Γαλιλαίου στην διατύπωση της ύπαρξης πλανητικών δορυφόρων.
Επέδρασε σημαντικά στον Χριστιανισμό, ιδιαίτερα δε στον Ορθόδοξο ψευδο-Διονύσιο Αρεοπαγίτη και στο το έργο του «Το κέντρο του Ανατολικού μυστικισμού». Πίστευαν αρχικά, ότι ο Διονύσιος ήταν Αθηναίος προσήλυτος στον Χριστιανισμό από τον Παύλο όταν είχε επισκευθεί την Αθήνα, αποδείχθηκε όμως ότι τα έργα του δεν είναι δυνατόν να έχουν γραφεί πριν από τον πέμπτο αιώνα και όχι τον πρώτο όπως εσφαλμένα δέχονται οι χριστιανικές εκκλησίες.                                         
Ο Dodds στην μελέτη και την μετάφραση του έργου του Πρόκλου «Θεολογική Στοιχείωση», κάνει μία πολύ σοβαρή καταγγελία απάτης και αλλοιώσεως αυτού του έργου: «Μία γενιά μετά τον θάνατο του Πρόκλου, κάποιος φανατικός και εκκεντρικός χριστιανός, συνέλαβε την ιδέα να αλλοιώσει την φιλοσοφία του και να την παρουσιάσει σαν χριστιανική, με τις σχετικές επεμβάσεις και στρεβλώσεις». Πολλοί έχουν ασχοληθεί με αυτό το θέμα, διότι αποδίδουν τα έργα του Πρόκλου σε  είκοσι διαφορετικούς χριστιανούς συγγραφείς…
Οι σοβαροί μελετητές γνωρίζουν ότι, η επίδραση του Πρόκλου είναι καταλυτική, παρά τις κακοποιήσεις και τις αλλεπάλληλες επεμβάσεις που έχουν κάνει στο έργο του. Η συγγραφική ιδιοποίηση των έργων του Πρόκλου από τον Διονύσιο, επιβεβαιώνει τον κανόνα της στρεβλώσεως και της κακοποιήσεως των Αρχαίων Ελληνικών κειμένων αυτών που τους ενδιέφεραν και, της καταστροφής των υπολοίπων.                                
Στο έργο του «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο Α’, 681.  21 - 25», ο θείος Πρόκλος τονίζει με έμφαση: «Ο γνήσιος εραστής της γνώσης - ο φιλόσοφος - δε υποχωρεί μπροστά στον κόπο, αλλά όσο πιο δύσκολη είναι η γνώση, τόσο πιο πρόθυμα την κυνηγά χωρίς να δειλιάζει μπροστά στους πνευματικούς άθλους. - Ο μέν  τς θεωρίας γνήσιος ραστς οκ ναδύεται τν πόνον, λλ σ χαλεπωτέρα ντίληψις, τοσούτ προθυμότερον πρόσεισιν οκ   ποδειλιν πρς τος θλους».
Ο Πρόκλος, μυήθηκε στα ανώτερα Μυστήρια και στην  Θεουργία   από  την  Ασκληπιγένεια, κόρη  του  Πλουτάρχου του νεώτερου του  Αθηναίου, η οποία  ήταν  επικεφαλής  της Νέας Ακαδήμειας των Αθηνών, σημειώνω ότι δεν είναι η ίδια που είχε σώσει - θεραπεύσει από σοβαρή ασθένεια σε μικρή ηλικία. Ο χαρισματικός Πλούταρχος  είχε  μυήσει  σε  βάθος  την  κόρη  του  στην φιλοσοφία, στα  μυστήρια και στα μυστικά  της  θεουργίας. Η Ασκληπιγένεια αποκάλυψε  στον Πρόκλο τις  παλαιές  μυστηριακές  τελετές - τα  ιερά  όργια, τα οποία ήσαν μέρος των Ελευσινίων Μυστηρίων, καθώς και  την  Χαλδαϊκή  λευκή μαγεία. Μόνο  αυτή  είχε  αυτές  τις  γνώσεις  και, τελούσε τα Μυστήρια και την Θεουργία μετά τον θάνατο  του  πατέρα της. Κατά την  μαθητεία  κοντά  της, ο  Πρόκλος  απέκτησε  την  ικανότητα  να  βλέπει  θεία  οράματα, να  προκαλεί  όμβρους - βροχές και  να  θεραπεύει  ανίατες  ασθένειες. Η Ασκληπιγένεια συνέχισε να διδάσκει ακόμη και όταν ο φιλόσοφος Μαρίνος διαδέχθηκε τον Πρόκλο στην Σχολαρχεία. Παράλληλα συνεργαζόταν και με αρκετές άλλες γυναίκες για την ομαλή συνέχιση της λειτουργίας της Σχολής, στις δε χαρισματικές μεταβίβαζε τις γνώσεις της.
Διδάσκαλος του Πρόκλου υπήρξε και ο Συριανός, που διαδέχθηκε τον Πλούταρχο στην Ακαδήμεια, με τον οποίον συνδέθηκε με μεγάλη φιλία και τον αποκαλούσε πατέρα του. Σώζεται επιτύμβιο επίγραμμα του Πρόκλου, όπου μαρτυρείται η ευγνωμοσύνη του για την διδασκαλία και τις γνώσεις που δέχθηκε από τον Συριανό. Ολοκληρώνω με τα  αναγραφόμενα στο επίγραμμα που ακολουθεί, που το έγραψε ο ίδιος ο Πρόκλος:
«Πρόκλος εγώ υπήρξα Λύκιος στην καταγωγή, αυτόν που ο Συριανός έθρεψε εδώ με τη διδασκαλία του ως διάδοχό του. Αυτός ο κοινός τάφος δέχθηκε τα σώματα και των δύο, και είθε η Λάχεση να οδηγήσει και τις ψυχές τους σε κοινό τόπο».