Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012


ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ



Αρκετοί φίλοι του Blog μου ζήτησαν να γράψω για το περίφημο Σχίσμα των δύο Χριστιανικών Εκκλησιών, απαλλαγμένος από κάθε σκοπιμότητα παρουσιάζω συνοπτικά τα ιστορικά γεγονότα, τα οποία δυστυχώς έπαιξαν πολύ μεγάλο ρόλο για τις μετέπειτα περιπέτειες του Ελληνισμού και της Ορθόδοξης εκκλησίας. Το τίμημα ήταν τεράστιο και μερικές αρνητικές επιπτώσεις τους τις ζούμε όλοι σήμερα, με τα επαίσχυντα Μνημόνια και την απώλεια μέρους της Εθνικής κυριαρχίας, όπως εξήγγειλε ο ακατονόμαστος και ύποπτος πρωθυπουργός του 2010 με τον συνεταίρο του υπουργό...
Συνέλληνες μην λησμονείτε: ΕΣΕΤΑΙ ΗΜΑΡ ΝΟΣΤΙΜΟΝ ........   
Το σημαντικότερο γεγονός στην εκκλησιαστική ζωή του χιλιόχρονου Βυζαντίου υπήρξε ο οριστικός χωρισμός της χριστιανικής Εκκλησίας σε Ανατολική Ορθόδοξη και Δυτική Καθολική. Από την εποχή της διαίρεσης του Ρωμαϊκού κράτους σε Ανατολικό και Δυτικό είχε αρχίσει ήδη η διάσταση ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες, για το ποια θα είχε την πρωτοκαθεδρία, την πολιτική επιβολή και φυσικά και τους οικονομικούς προσόδους.
Οι βασικοί λόγοι για τη διάσταση αυτή ήταν πολιτικοί και κοινωνικοί. Το Δυτικό Ρωμαϊκό κράτος ήθελε να διατηρήσει την επικυριαρχία του στο Ανατολικό, ιδιαίτερα δε όταν είχαν κατακλύσει τη Δύση τα διάφορα βαρβαρικά φύλα, ενώ αντίθετα το Ανατολικό ήθελε να αποκτήσει την ανεξαρτησία του κατέχοντας θέματα – περιφέρειες στην Δύση. Στη διάσταση αυτή προστέθηκαν αργότερα θρησκευτικοί και δογματικοί λόγοι, σαν αναγκαίο αποτέλεσμα της διαφορετικής διαμόρφωσης των πραγμάτων της Εκκλησίας στην Ανατολή και τη Δύση. Οι δογματικές και οι εκκλησιαστικές διαφορές, όπως το θέμα της εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού και το Παπικό πρωτείο, στα χρόνια που πραγματοποιείται το σχίσμα, φαίνεται πως είναι οι ισχυρότερες αιτίες που οδήγησαν στην τελική ρήξη και κατ επέκταση στον αφανισμό του Ανατολικού, και τεράστιο όφελος για το Δυτικό και τον Πάπα.

Το Μικρό σχίσμα του 867

Μετά το θάνατο του πατριάρχη Μεθόδιου το 847 στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ανήλθε ο μοναχός Νικήτας, γιος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Α' Ραγκαβέ, με το όνομα Ιγνάτιος. Ο Βάρδας, αδελφός της βασίλισσας Θεοδώρας, πέτυχε να καθαιρέσει και να εξορίσει τον Ιγνάτιο, επειδή του είχε απαγορεύσει τη θεία μετάληψη για την ανηθικότητα του. Στον πατριαρχικό θρόνο ο Βάρδας ανέβασε το 858 τον Φώτιο, ένα λαϊκό έξοχης μόρφωσης φιλόσοφο και ικανό πολιτικό, ο οποίος μέσα σε πέντε ημέρες πέρασε όλα τα εκκλησιαστικά αξιώματα. Ο Ιγνάτιος και μία μεγάλη μερίδα του αμαθή κλήρου και του λαού, θεώρησαν την εκλογή του Φωτίου αντικανονική και, ο Ιγνάτιος δεν παραιτήθηκε ούτε και αναγνώρισε τον Φώτιο. Ο Πάπας της Ρώμης Νικόλαος ο Α', ζητώντας αιτία για να αναμειχθεί στις εκκλησιαστικές υποθέσεις της Ανατολικής Εκκλησίας αποδοκίμασε και δεν αναγνώρισε την εκλογή του Φωτίου. Το 861 σε μία συμβιβαστική κίνηση συνήλθε στο ναό των Αγίων Αποστόλων της Κωνσταντινουπόλεως η Πρωτο - Δευτέρα Σύνοδος, με τη συμμετοχή και Παπικών αντιπροσώπων, των επισκόπων Ωστίας Ροδοάλδη και Αναγνίας Ζαχαρία, η οποία αναγνώρισε και επικύρωσε την εκλογή του Φωτίου. Ο Νικόλαος, όταν έμαθε τις αποφάσεις της Συνόδου, τιμώρησε τους αντιπροσώπους του Βατικανού. Όταν επέστρεψαν στη Ρώμη, συγκάλεσε και αυτός το 863 Σύνοδο στη Ρώμη, η οποία αφόρισε το Φώτιο και αναγνώρισε τον Ιγνάτιο.
Τις τεταμένες και εχθρικές σχέσεις μεταξύ των εκκλησιών επιδείνωσε η πολιτικο-θρησκευτική επέμβαση της Δυτικής Εκκλησίας στη Βουλγαρία. Ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας Βόγορις ήθελε ανεξάρτητη πολιτική και θρησκευτική αυτοτέλεια και οργάνωση. Όταν ο Φώτιος αρνήθηκε να του το επιτρέψει, στράφηκε προς τον Πάπα της Ρώμης, από τον οποίο ζήτησε Πατριάρχη και τη λύση σε διάφορα θρησκευτικά οργανωτικά θέματα. Ο Νικόλαος έστειλε δύο επισκόπους και άλλους κληρικούς στη Βουλγαρία, οι οποίοι με τις ενέργειες έδιωξαν τους Βυζαντινούς ιεραποστόλους και κληρικούς, έτσι ανενόχλητοι ικανοποίησαν τον Βόγορη και εισήγαγαν  τα Ρωμαϊκά εκκλησιαστικά τυπικά.
Ο Φώτιος με     αυστηρή εγκύκλιο κατάγγειλε τις πράξεις αυτές και, αφού συγκάλεσε το 867 Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, αναθεμάτισε το Νικόλαο Α'. Όμως ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Γ' που στήριζε τον Φώτιο ο δολοφονήθηκε από το Βασίλειο Α' τον Μακεδόνα, ο οποίος μόλις ανήλθε στο θρόνο για να επιτύχει την υποστήριξη του Πάπα, καθαίρεσε το Φώτιο και αποκατέστησε τον Ιγνάτιο. Ο διάδοχος του Πάπα Νικολάου Αδριανός, με αίτηση του Ιγνατίου, συγκάλεσε Σύνοδο η οποία πραγματοποιήθηκε το 869 στην Κωνσταντινούπολη, η οποία επικύρωσε την αποκατάσταση του Ιγνατίου και αναθεμάτισε το Φώτιο. Όταν αργότερα ο Βασίλειος δε χρειαζόταν την υποστήριξη του Πάπα, έδιωξε τους Λατίνους από τη Βουλγαρία και επανέφερε τη Βουλγαρική Εκκλησία στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Συγχρόνως επανέφερε από την εξορία το Φώτιο και, όταν το 878 πέθανε ο Ιγνάτιος, τον επαν-εγκατέστησε  στον Πατριαρχικό θρόνο.
Το 879  συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη Σύνοδος, η οποία   αποκήρυξε την φιλική προς τον Πάπα Σύνοδο του 869, αναγνώρισε το Φώτιο σαν νόμιμο Πατριάρχη και κατέταξε τη Ζ' Σύνοδο του 787 μεταξύ των οικουμενικών. Ο Πάπας έχοντας ανάγκη την στήριξη του αυτοκράτορα του Βυζαντίου έστειλε αντιπροσώπους και αναγνωρίστηκε ισότιμος σε όλα με τους άλλους Πατριάρχες. Η συμφωνία αυτή δεν τηρήθηκε για πολύ, διότι ο πάπας θέλησε να επέμβει και πάλι στη Βουλγαρία, τότε αυτοκράτωρ διέταξε τη σύλληψη των Παπικών απεσταλμένων. Ο Πάπας Ιωάννης αφόρισε το Φώτιο και τη σύνοδο του 789 και έτσι τελείωσε η πρώτη φάση του σχίσματος.

Το οριστικό σχίσμα του 1054

Η δεύτερη και οριστική φάση του Σχίσματος πραγματοποιήθηκε όταν ήταν Πατριάρχης ο Μιχαήλ Κηρουλάριος και Πάπας ο Λέοντας ο Θ'. Οι αφορμές της δεύτερης σύγκρουσης ήταν στη βάση πολιτικές και οικονομικές, τις οποίες κάλυπταν οι δογματικές. Η προσθήκη από τους Δυτικούς στο Σύμβολο της Πίστεως της λέξεως «filioque - εκ του Υιού» κατά την οποία το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό, καθώς και η διάδοση των Παπικών εκκλησιαστικών εθίμων στη Νότια Ιταλία, με την δίωξη των Ορθοδόξων και των κλείσιμο των πολλών μονών τους, υπήρξαν οι κύριες δογματικές διαφορές. Παρά τις απαγορευτικές διατάξεις από τα χρόνια του Νικηφόρου Φωκά η επιρροή της Λατινικής Εκκλησίας συνεχιζόταν στην εκκλησιαστική οργάνωση της Απουλίας, της Καλαβρίας και της Σικελίας.
Ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Μονομάχος, έχοντας εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα δεν ήθελε να οξύνει την κατάσταση, αλλά η εμφανής έχθρα μεταξύ του Πατριάρχη και του Πάπα, ήταν αιτία πολλών προστριβών και σε άλλους τομείς εκτός των εκκλησιαστικών θεμάτων. Ο Λέοντας ο Θ' σε μήνυμά του προς τον πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο του θυμίζει την περίφημη «Donatio Konstantini - Κωνσταντίνιο δωρεά», η οποία έδινε στον επίσκοπο της Ρώμης όχι μονάχα πνευματική αλλά και κοσμική εξουσία. Οι αντιπρόσωποι του Πάπα στην Κωνσταντινούπολη, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο ορμητικός και απερίσκεπτος καρδινάλιος Ουμβέρτος, ζήτησαν με αλαζονεία την υποταγή της Βουλγαρίας και της Ιλλυρίας στη Δυτική Εκκλησία, αναγκάζοντας τον Πατριάρχη να αρνηθεί να συνεχίσει τη συζήτηση μαζί τους, καθώς και κάθε υποχώρηση προς την Ρώμη. Όταν αποχώρησαν οι απεσταλμένοι του Πάπα από τις συζητήσεις, άφησαν στην αγία τράπεζα της Αγίας Σοφίας αναθεματισμό κατά του Πατριάρχη Μιχαήλ και των οπαδών του.
Απαντώντας στην ενέργεια αυτή ο Πατριάρχης κάλεσε σύνοδο στις 24 Ιουλίου του 1054, έκαψε το ανάθεμα και αφόρισε εκείνους που το είχαν συντάξει. Έτσι συντελέστηκε το οριστικό σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών και τα γεγονότα που ακολούθησαν κατά τους επόμενους αιώνες βοήθησαν την εδραίωσή του. Όλες οι προσπάθειες που έγιναν από τότε για την επανασύνδεση των δύο Εκκλησιών δεν καρποφόρησαν. Τις τελευταίες δεκαετίες ο Πατριάρχης Αθηναγόρας και ο Πάπας Ιωάννης ο 23ος, έχοντας κοινά σημεία εκτός εκκλησίας, ξεκίνησαν ένα διάλογο με καλή πίστη  και από τα δύο μέρη με προοπτική την επανένωση των δύο εκκλησιών.
Ο διάλογος της προσεγγίσεως συνεχίζεται σε τακτά διαστήματα και, οι επαΐοντες στα εκκλησιαστικά φρονούν ότι δεν θα αργήσει η ημέρα της Ενώσεως των δύο αδελφών εκκλησιών, λόγω και της διαρκούς         διεισδύσεως του φανατικού Μουσουλμανισμού στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο.