Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012



ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - ΟΜΟΝΟΙΑ    

     
Το θέμα που διαπραγματεύομαι έχει μία μικρή ιστορία την οποίαν θα σας αναφέρω εν συντομία.                                                                                               
Σε μία κοινωνική ομήγυρη, μου ετέθη μία ερώτηση εκ μέρους ενός πνευματικού ομίλου, που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ομόνοια».  Μου ζήτησαν να τους πληροφορήσω εάν γνώριζα, με ποιόν αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο ή πνευματικό άνδρα έχει σχέση αυτή η λέξη. Δίχως πολύ σκέψη τους απάντησα: Με τον λαμπρό Έλληνα και νομο-διδάσκαλο της ρητορικής, Ισοκράτη. Αφού τους εξήγησα πολύ συνοπτικά την απάντησή μου, με παρακάλεσαν εάν μπορούσα να τους κάνω μία ομιλία στην ολομέλειά τους με θέμα Ισοκράτης - Ομόνοια. Μετά από μερικές ημέρες πραγματοποιήθηκε η ομιλία και, θεώρησα σκόπιμο να σας την παρουσιάσω, διότι κατά την ταπεινή μου γνώμη ο Ισοκράτης είναι τόσο επίκαιρος σήμερα, όσο ήταν και κατά την εποχή του. Πιστεύω δε, ότι θα προσφέρει και σε εσάς τους αναγνώστες κάποια σημαντικά στοιχεία, τα οποία σκόπιμα ορισμένοι από τους γνωρίζοντες τα αλλοιώνουν και, οι μη γνωρίζοντες να πείθονται με αλχημείες και ασύστολα ψεύδη στην πονηρή εποχή μας.   

Ο Ισοκράτης, είναι από τους σημαντικότερους ρήτορες και διδάσκαλος της ρητορικής, γεννήθηκε στην Αθήνα το 436 π.Χ. και πέθανε το 338. Ο πατέρας του Θεόδωρος ήταν εύπορος, είχε εργοστάσιο που κατασκεύαζε αυλούς, έτσι έδωσε στον γιό του επιμελημένη αγωγή και μόρφωση. Από νεαρή ηλικία είχε έφεση προς τα γράμματα, ήταν προσηνής και η μορφή του ήταν γλυκειά και ωραία. Διδάσκαλοί του υπήρξαν, οι φημισμένοι σοφιστές και γραμματοδιδάσκαλοι Πρωταγόρας, Πρόδικος, Τεισίας, Γοργίας, αργότερα έγινε ο αγαπημένος μαθητής του Σωκράτη. Μεταξύ τους αναπτύχθηκε μία στενή σχέση και η επιρροή του διδασκάλου του, τον συνόδευε για όλον του τον βίο. Ο άδικος θάνατος του Σωκράτη το 399 π.Χ. τον πίκρανε πολύ, έτσι ήταν ο μόνος που την επομένη ημέρα του θανάτου του διδασκάλου του, εμφανίσθηκε στην αγορά με πένθιμα ρούχα.

Είχε συμπεριληφθεί στον κανόνα - πίνακα των σπουδαιοτέρων Αττικών ρητόρων, όχι για τους απαγγελθέντες δημοσία λόγους από αυτόν, διότι η ασθενική φωνή του και η φυσική νευρικότητά του, περιόριζαν  τις συχνές δημόσιες ομιλίες του, αλλά για τους θαυμάσιους δικανικούς λόγους που συνέθεσε και τους απήγγειλαν άλλοι στα δικαστήρια.
Αυτοί οι λόγοι θεωρούνται τα καλλίτερα δείγματα της Αττικής διαλέκτου.  Όσοι λόγοι του έχουν διασωθεί, διακρίνονται για  την λεπτή καθαρότητα  του λόγου, την αρμονία, την συμμετρική δομή και την τέλεια επεξεργασία των προτάσεων, αλλά και την αποφυγή της χασμωδίας, της κράσεως και της παραφωνίας. Εκτός από την εξαιρετική ικανότητά του σαν διδάσκαλος της ρητορικής, υπάρχουν και άλλοι δύο σπουδαίοι λόγοι που δικαιολογούν την μεγάλη φήμη του, αυτοί ήσαν η παιδαγωγική του δεινότητα και κυρίως η μεγάλη και άδολη φιλοπατρία του.  

Δημιούργησε δική του σχολή το 392 π.Χ. στην οποίαν δίδαξε μέχρι το 350 π.Χ. δηλαδή, επί 42 έτη συνεχώς. Στην σχολή του μορφώθηκαν σχεδόν όλοι οι διακεκριμένοι ρήτορες, πολιτικοί, φιλόσοφοι και ιστορικοί του 4ου π.Χ. αιώνα.  Οι σπουδαίοι μαθητές του, ανέπτυξαν ο κάθε ένας με τον δικό του τρόπο τις αρχές του διδασκάλου τους και, επέδρασαν καταλυτικά στην Ελληνική, αργότερα στην Λατινική και, κατά προέκταση και στην Ευρωπαϊκή λογοτεχνία και πεζογραφία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαπιστώσεως είναι ότι, ο μεγαλύτερος Λατίνος ρήτωρ και νομομαθής Κικέρων, τρείς αιώνες αργότερα χαρακτήρισε την σχολή του Ισοκράτους «ως το εργαστήριον της ευγλωττίας», χαρακτηρισμός που είναι ίσως ο καλύτερος φόρος τιμής για τον ίδιο και την διδασκαλία του.                                                                                                                                                                                                                                 
Το σημαντικότερο στοιχείο που χαρακτήρισε και σημάδεψε ανεξίτηλα τον Ισοκράτη στην ροή του χρόνου κατά τον γράφοντα, είναι: Οι εθνικές και οι πολιτικές του θέσεις, η μεγίστη φιλοπατρία του, η άμεμπτος ηθική του και πάνω απ’ όλα η ταύτιση των λόγων  και των έργων του. Με δυναμική φωνή επί ογδόντα και πλέον έτη διακήρυττε την Ομόνοια, την Ειρήνη και την Ενότητα μεταξύ των σπαρασσόμενων πόλεων - κρατών που αποτελούσαν το έθνος των Ελλήνων.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, είχε ζήσει τον δεύτερο μεγάλο γνωστό καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο και τον αλληλοσπαραγμό μεταξύ των Ελλήνων, τον τρομερό αδελφοκτόνο Πελοποννησιακό πόλεμο, ο οποίος είχε διάρκεια είκοσι επτά ετών. Παρά τις απειλές και τους κινδύνους και με εξαίρετο πολιτικό αντίπαλο τον μεγάλο Αθηναίο ρήτορα Δημοσθένη, υποστήριζε με μεγάλη θέρμη, ένα κοινό ιδανικό που θα συνένωνε όλους τους Έλληνες «Εν Ομονοία» σε ένα ενιαίο κράτος. Οι ιστορικοί κάνουν ένα σοβαρό λάθος, αναφέρουν την ανάγκη δημιουργίας Ελληνικού «Έθνους», τους διαφεύγει όμως ότι οι Έλληνες δεν αποτελούσαν μεν ένα ενιαίο κράτος, αλλά επειδή ήσαν αυτοφυείς και γηγενείς αποτελούσαν ένα έθνος, (Θουκυδίδης, Ηρόδοτος, Αισχύλος, Ισοκράτης, Πλούταρχος, Διόδωρος ο Σικελιώτης, Νόνος, Μανέθων και τόσοι άλλοι αρχαίοι και σύγχρονοι). Είχαν κοινές ρίζες και εκπλήρωναν και τους τέσσερεις βασικούς παράγοντες που πρέπει να συνυπάρχουν, για να αποτελούν το έθνος, δηλαδή το όμαιμον, το ομόγλωσσον, το ομόθρησκον και το ομότροπον ή ομόδοξον. Πράγματι λοιπόν δεν είχαν ενιαίο κράτος, ενώ άλλοι λαοί είχαν κράτος, αλλά δεν υπήρξαν έθνος ποτέ.
                                                                 
Αυτό το μεγαλόπνοο όραμά του και οι παραινετικές του επιστολές προς τον Βασιλέα Φίλιππο τον Β΄ της Μακεδονίας, πατέρα του Μεγίστου Αλέξανδρου, ο οποίος βασίλευσε από το 350  π.Χ. έως το 336, και προς άλλους ισχυρούς της εποχής, ήταν η γενεσιουργός αιτία, που ενέπνευσε τον Φίλιππο, να επιχειρήσει την συνένωση των Ελληνικών πόλεων - κρατών, σε μία για πρώτη φορά πανελλήνια ένωση - κράτους. Έτσι όλοι μαζί θα απελευθέρωναν τις Ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας και, θα εξάλειφαν διά παντός τον βαρβαρικό Περσικό κίνδυνο εξ’ Ανατολών, τον οποίον τόσο βαριά είχαν πληρώσει όλοι οι Έλληνες.
                                    
Ο Φίλιππος λόγω της δολοφονίας του το 336 π.Χ., δεν πρόλαβε να υλοποιήσει το όραμά του, το είχε ενστερνισθεί όμως και το υλοποίησε ο πανάξιος υιός του και διάδοχός του ο Μέγιστος Αλέξανδρος, που σε δεκατρία χρόνια βασιλείας επέτυχε τόσα, όσα κανένας άλλος θνητός.
Το εκπολιτιστικό έργο του Αλεξάνδρου συνέχισαν για πολλούς αιώνες οι διάδοχοί του Σελευκίδες, Πτολεμαίοι, Αντίοχοι, Ευμενίδες και άλλοι επίγονοι με μεγάλη επιτυχία, ώστε και μετά την Ρωμαϊκή υλική υποδούλωση να επικρατεί και να ανθεί ο Ελληνικός πολιτισμός, για πάνω από πέντε αιώνες. Ο θρησκευτικός στείρος δογματισμός και ο φανατισμός από τις νέες θρησκείες, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί από τα ίδια κέντρα, επέφεραν το χάος και τον σκοταδισμό επί πολλούς αιώνες, και συνεχίζουν να ταλαιπωρούν ακόμη την ανθρωπότητα.
        
Στον Ισοκράτη αποδίδονταν κατά την αρχαιότητα 60 λόγοι, γνήσιοι θεωρούνται οι 28 και από αυτούς έχουν διασωθεί οι 21 και 9 επιστολές του,  οι οποίες απευθύνονται προς βασιλείς .

Οι λόγοι του κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες :

1) Διδακτικοί: Είναι  δύο λόγοι που επικρίνουν άλλες διδακτικές μεθόδους και εξαίρουν την δικήν του.

2) Δικανικοί: Είναι 6 λόγοι που αφορούν ιδιωτικές υποθέσεις των πελατών του.

3) Παραινετικοί: Είναι τρεις   λόγοι που αναπτύσσουν με αδαμάντινη σκέψη  τα θέματα περί ηθικής.

4) Επιδεικτικοί: Είναι  τρία  εγκώμια, από τα οποία το ένα είναι για τον       βασιλέα της Σαλαμίνος της Κύπρου Ευαγόρα, ο οποίος βασίλευσε από το 411 π.Χ. έως το 374 και, είναι η αρχαιότερη σωζόμενη βιογραφία στην γλώσσα μας.                                                              

5) Πολιτικοί:  Είναι έξι λόγοι περί πολιτικής και διακυβερνήσεως, κυρίως της Αθηναϊκής. Ο πλέον περίφημος θεωρείται από τους ειδικούς, ο Πανηγυρικός.

6)  Ο Αρεοπαγιτικός  ή Περί Ειρήνης  και,

7) Ο Παναθηναϊκός

Εκτός από τους λόγους του και τις επιστολές του, σώζονται 26 τίτλοι έργων του, 41 αποσπάσματα από άλλους λόγους και,  6 σύντομα αποσπάσματα από μία χαμένη πραγματεία του, που αφορούσε την ρητορική τέχνη.                   
Θα παραθέσω εν συνεχεία σε δύο ανεξάρτητες ενότητες τα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τον Πανηγυρικό και τον Αρεοπαγιτικό ή Περί Ειρήνης, τα οποία επιβεβαιώνουν όλα αυτά πανηγυρικά:    
                                                                           
Οι βάρβαροι της Ασίας, φυσικοί και προαιώνιοι εχθροί των Ελλήνων, χρημάτιζαν τους πολιτικούς αρχηγούς διαφόρων πόλεων με Δαρεικούς - χρυσά Περσικά νομίσματα, για να καλλιεργούν τις εμφύλιες διαμάχες, τα μίση και τον σπαραγμό, προκαλώντας έτσι την Ελληνική εξαθλίωση, με απώτερο σκοπό την υποδούλωσή τους. Κατά τον Ισοκράτη υπήρχε μία οδός σωτηρίας, να έπαυε η διχόνοια, να συμφιλιώνονταν οι Έλληνες, να συνειδητοποιούσαν πλήρως την φυλετική και πολιτιστική τους ενότητα και να εκστράτευαν εν Ομονοία - ομονοούντες εναντίον των βαρβάρων της Ασίας.


   ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ


Ο «Πανηγυρικός» θεωρείται ως ένα από τα πλέον ολοκληρωμένα έργα της Αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, τον οποίον συνέγραφε και τελειοποιούσε περισσότερο από δέκα έτη, προκειμένου να τον απαγγείλει κατά την λαμπρή εκατοστή Ολυμπιάδα το 380 π.Χ., όπου ως γνωστόν μετείχαν μόνον Έλληνες.                                                                                    
Κεντρική ιδέα του «Πανηγυρικού» ήταν: «Να Ομονοήσουν και να Ενωθούν οι Έλληνες και όλοι μαζί να στραφούν κατά του φυσικού εχθρού του Ελληνισμού, κατά των βαρβάρων της Ασίας». Καταγγέλλει την προδοτική Ανταλκίδειο Ειρήνη  με τους Πέρσες, διεκδικεί την ηγεσία για την Αθήνα, της πλέκει το εγκώμιο και δηλώνει κατηγορηματικά την αυτοχθονία των Ελλήνων.      

Δυστυχώς επί των ημερών μας, διάφοροι περίεργοι κύκλοι και τύποι, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι, οι περισσότεροι Έλληνες αγνοούν την Ελληνική γραμματεία και την ιστορία τους, ας όψωνται τα ξενοκίνητα εκπαιδευτικά προγράμματα, οι επεμβάσεις και οι κάθε λίγο μεταρρυθμίσεις στην παιδεία μας, που την κατάντησαν απαιδεία… Διαστρεβλώνουν συστηματικά την ιστορική αλήθεια για σκοτεινούς πολιτικούς λόγους και ταπεινές επιδιώξεις.

Από τέτοια κέντρα εκπορεύθηκαν οι σκοτεινές και ανυπόστατες θεωρίες, του είδους των «Ινδοευρωπαίων, του Φοινικισμού, της μαύρης Αθηνάς, της Λούση και τόσων άλλων ψευδολογημάτων», επειδή δε αυτά κατέχουν και νέμονται την εξουσία και ελέγχουν τα Μ.Μ.Ε., έχουν καταφέρει να επιβάλλουν αυτές τις θεωρίες, σε σημαντικό ποσοστό. Τώρα θα αναφερθώ στην καπηλεία και την παραποίηση, που επεχείρησαν τα τελευταία χρόνια στο κλασσικό και αδαμάντινο εδάφιο 50 του «Πανηγυρικού» του Ισοκράτους. Προσπαθούν να μας πείσουν ότι, οι πρόγονοί μας τάχα πίστευαν  ότι το διακριτικό γνώρισμα της εθνικής μας ταυτότητος ήταν μόνον η Ελληνική παιδεία, αγνοώντας σκοπίμως τα ιερά κείμενά μας.     

Ο Ισοκράτης δεν αναφέρει πουθενά, ούτε και άλλος Έλληνας συγγραφέας ότι, «Έλληνες εισί οι της Ελληνικής παιδείας μετέχοντες». Η ρήση αυτή την οποίαν κατά κόρον και ανερυθρίαστα διαδίδουν και εκμεταλλεύονται τα Μ.Μ.Ε., είναι χαλκευμένη παράφραση, παρερμηνεία και  διαστρέβλωση του εδαφίου 50, στο οποίον ο Ισοκράτης διατυπώνει σαφώς, τελείως αντίθετη έννοια. Προς εντυπωσιασμό μπορεί κάποιος να απομονώσει λέξεις και να δώσει την δική του εκδοχή, η οποία θα είναι σκόπιμη, παραπλανητική και ύποπτη. Αυτή την ερμηνευτική οδό και μέθοδο, ακολουθούν οι κακώς νοούμενοι προοδευτικοί αλλά φανατικοί και ημιμαθείς, οι οποίοι αυτοαποκαλούνται «κουλτουριάρηδες». Θα παραθέσω όλη την επίμαχο παράγραφο, την οποίαν όπως προανέφερα, άλλοι από σκοπιμότητα και άλλοι από άγνοια την παραφράζουν, την αλλοιώνουν και δεν αποδίδουν το νόημα και την σκέψη του  Ισοκράτη, δηλαδή την αλήθεια. Ο Ισοκράτης πλέκοντας το εγκώμιο της πνευματικής αίγλης των Αθηνών, γράφει επί λέξει:
50. "Tοσοῦτον δ' ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ' οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς  ἡμετέρας παρά τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας".
Προσαρμογή:

«Ἡ πόλις μας (δηλαδή αἱ Ἀθῆναι), τόσον ἒχει ἀφήσει πίσω της ὡς πρὸς τὴν φρόνησιν τοὺς ἂλλους ἂνθρώπους, ὣστε οἱ μαθηταὶ αύτῆς ἒγιναν διδάσκαλοι ἂλλων καὶ τὸ ὂνομα τῶν Ἑλλήνων νὰ φαίνεται ὃτι εἶναι - δίχως ὃμως νὰ εἶναι- χαρακτηριστικὸν ὂχι πιὰ τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας καὶ νὰ ἀποκαλοῦνται Ἓλληνες (δὲν τοὺς ἀποκαλοῦμε ἐμεῖς) μᾶλλον οἱ μετέχοντες τής ἡμετέρας ἐκπαιδεύσεως παρὰ (οἱ μετέχοντες) τῆς κοινῆς φύσεως - γεννήσεως, καταγωγῆς».
Δηλαδὴ, κάτι παρόμοιο μὲ αὐτὸ πο ὺ γίνεται σήμερα μὲ τοὺς καθηγητὲς ξένων γλωσσῶν. Οἱ μαθηταὶ λένε: «η Γαλλίδα, η Γερμανίδα, ο Άγγλος, κ.λ.π.», ἐννοώντας τοὺς -Ἓλληνες- καθηγητές, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν αὐτὲς τὶς γλῶσσες. 

Το ρήμα πεποίηκε και το απαρέμφατο δοκείν, ο λεξοπλάστης Ισοκράτης δεν τα έβαλε εδώ τυχαία. Ο σχολιογράφος των Κωδίκων, γράφει: Ο Ισοκράτης πάντοτε σαφή την λέξη κέχρηται - χρησιμοποιεί με σαφήνεια την λέξη - λέξεις.                                                                
Το ρήμα ποιώ, σημαίνει κατασκευάζω, φτιάχνω, δημιουργώ.
Η μέση φωνή του ρήματος Ποιώ τρέπεται σε  Ποιούμαι, υπολαμβάνω, νομίζω «συμφοράν ποιούμαι = θεωρώ ως συμφορά» και σήμερα λέμε πεποιημένη συμφορά - κατασκευασμένη συμφορά - φιαχτό ζήτημα.                                                                                                                                                             
Το ρήμα Δοκώ, σημαίνει υποθέτω, νομίζω, φαντάζομαι, δοκεί - φαίνεται σε αντίθεση με την πραγματικότητα. «Τα δοκούντα μόνο τώ  δοκούντι είναι αληθή» τονίζει ο Πλάτων στον διάλογο «Θεαίτητος».        

Ο Ισοκράτης λοιπόν, διατυπώνει με σαφήνεια: Η πόλις μας, δηλαδή αι Αθήναι, και κατά τον Θουκυδίδη η Ελλάς, τόσο έχει αφήσει πίσω της - απολέλοιπε  ξεπέρασε ως προς την φρόνηση και τον λόγον τους άλλους ανθρώπους, ώστε οι μαθηταί της έγιναν διδάσκαλοι άλλων και, το όνομα των Ελλήνων πεποίηκε - δημιούργησε την πεποιημένην - την πλαστή εντύπωση, δοκείν είναι - να φαίνεται ότι είναι, χωρίς όμως να είναι χαρακτηριστικό όχι πια του γένους, αλλά της διανοίας και να αποκαλούνται Έλληνες, δεν τους αποκαλούμε εμείς, μάλλον οι μετέχοντες της δικής μας εκπαιδεύσεως, παρά οι μετέχοντες της κοινής φύσεως  - της γεννήσεως και της καταγωγής.
Οι μαθηταί αυτής γεγόνασι διδάσκαλοι των άλλων, όταν συνέρρεαν στις μοναδικές σχολές των Αθηνών, δεν ήσαν μόνον Έλληνες αλλά και ξένοι από Ανατολή και Δύση.

Η θεία Ελληνική γλώσσα κατά τον Πλάτωνα, έχει αποσαφηνίσει και αυτό το πρόβλημα από την αρχαιότητα, χαρακτηρίζοντας τους ξένους που ομιλούσαν την Ελληνική «Ελληνόφωνους» και αυτούς που δίδασκαν την Ελληνική «Ελληνίζοντας», έτσι μέχρι σήμερα ο  αλλοδαπός που μιλάει την Ελληνική γλώσσα είναι Ελληνόφων και ποτέ δεν γίνεται Έλληνας.                            
Αυτό το καθοριστικό εδάφιο παραποιήθηκε και αλλοιώθηκε τα τελευταία χρόνια από τους πολιτικούς και τους πολιτειακούς άρχοντες, για λόγους αφελληνισμού των Ελλήνων και της επάρατης παγκοσμιοποιήσεως.

Υπάρχει και μία διαφορετική  προσέγγιση, σε ένα άλλο απόσπασμα  του «Πανηγυρικού» του Ισοκράτη, το οποίον αποσαφηνίζει απόλυτα αυτήν τη σκόπιμη εκτροπή στα κείμενα του Μεγάλου Έλληνα Ρήτορα και Νομοδιδάσκαλου, που χρόνια προσπαθούν να επιβάλλουν οι ντόπιοι και οι ξένοι Ελληνίζοντες.
«Ού δή πάτριον εστί ηγείσθαι τούς επήλυδας τών αυτοχθόνων, ουδέ τούς εύ παθόντας τών εύ ποιησάντων, ουδέ τούς ικέτας γενομένους των υποδεξαμένων».                                                                            
Προσαρμογή: «Δεν είναι πατροπαράδοτη αρχή μας, να εξουσιάζουν οι αλλοδαποί τους εντόπιους, ούτε οι ευεργετηθέντες αυτούς που τους ευεργέτησαν, ούτε αυτοί που έφθασαν εδώ σαν ικέτες, να εξουσιάζουν τους πολίτες που τους δέχθηκαν».
Ο Ισοκράτης, στη συνέχεια αναφέρεται στην προσφορά των Αθηνών προς τον Ελληνισμό, μία προσφορά Πολεμική, Ηθική, Οικονομική και Πολιτιστική. 
Αυτά τα δύο προηγούμενα αποσπάσματα επικαλούνται οι πλαστογράφοι, τα οποία διαστρέφουν θεωρώντας ότι μπορούν να πείσουν τους Έλληνες, όμως  πλανώνται πλάνην οικτράν. Έχουν αποκαλυφθεί και αυτοί και οι προθέσεις τους, διότι η αδέκαστη ιστορία θα τους τοποθετήσει εκεί που τους αρμόζει.             

Οι προηγούμενες παράγραφοι του Ισοκράτη, είναι τόσο επίκαιρες, όσο επίκαιρη είναι η Φύση και η Αλήθεια, λες και ζει μαζί μας σήμερα τις δραματικές συνθήκες του Ελληνικού λαού, που προσπαθούν να τον αφελληνίσουν ακόμη και από επίσημες θέσεις.                       



ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΟΣ  ή  ΠΕΡΙ  ΕΙΡΗΝΗΣ


Παραθέτω επίσης ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τον «Αρεοπαγιτικό» λόγο του Ισοκράτη, το οποίον αφορά την αξιοκρατική επιλογή των αρχόντων κατά το παρελθόν. Τολμώ να πω  ότι συμπληρώνει αρμονικά τον Πανηγυρικό του  λόγο, σημειώνοντας ότι είναι επίκαιρος όσο ποτέ. Όπως θα διαπιστώσετε, προσπαθούν να στρεβλώσουν και να αλλοιώσουν και το παρακάτω απόσπασμα του Αρεοπαγιτικού λόγου, εις βάρος την γνήσιας Δημοκρατίας, των πατριωτών και των εντίμων πολιτικών αρχόντων.
   [20] Οἱ γὰρ κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον τὴν πόλιν διοι-
κοῦντες κατεστήσαντο πολιτείαν οὐκ ὀνόματι μὲν τῷ
κοινοτάτῳ καὶ πραοτάτῳ προσαγορευομένην, ἐπὶ δὲ τῶν
πράξεων οὐ τοιαύτην τοῖς ἐντυγχάνουσι φαινομένην, οὐδ’
ἣ τοῦτον τὸν τρόπον ἐπαίδευε τοὺς πολίτας ὥσθ’ ἡγεῖσθαι
τὴν μὲν ἀκολασίαν δημοκρατίαν, τὴν δὲ παρανομίαν ἐλευθε-
ρίαν, τὴν δὲ παρρησίαν ἰσονομίαν, τὴν δ’ ἐξουσίαν τοῦ
ταῦτα ποιεῖν εὐδαιμονίαν, ἀλλὰ μισοῦσα καὶ κολάζουσα
τοὺς τοιούτους βελτίους καὶ σωφρονεστέρους ἅπαντας
τοὺς πολίτας ἐποίησεν.

Η προσαρμογή που ακολουθεί είναι από την Εγκυκλοπαίδεια του  Παπύρου   του 1949 και είναι από τις πλέον επιτυχείς:
«Οι διοικούντες, δηλαδή Σόλων και Κλεισθένης, κατ' εκείνον τον χρόνον την πόλιν, δεν ίδρυσαν πολίτευμα ονομαζόμενον μεν δι' ονόματος κοινοτάτου και ωραιοτάτου, μη φαινόμενον δε εις την εφαρμογήν τοιούτον εις τους ζώντας κατ' αυτό, ουδέ ίδρυσαν τοιούτον πολίτευμα το οποίον κατά τέτοιον τρόπον εξεπαίδευε τους πολίτας, ώστε να θεωρούν την μεν ακολασίαν δημοκρατίαν, την δε παρανομίαν ελευθερίαν, την αυθάδειαν ισονομίαν, ευτυχίαν δε την άδειαν του να πράττη καθένας ταύτα, αλλ' ίδρυσαν πολίτευμα το οποίον με το να μισεί και να τιμωρεί τους τοιούτους, έκαμνεν όλους τους πολίτας καλυτέρους και σωφρονεστέρους».

Σας παραθέτω το ίδιο κεφάλαιο, όπως το κυκλοφορούν τελευταία στα έντυπα μέσα και στο διαδίκτυο, σκόπιμα αλλοιωμένο για τους λόγους που προανέφερα και για τα άλλα δύο αποσπάσματά του: «Η Δημοκρατία τους αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία…».
Εάν αυτό δεν είναι σκόπιμη πλαστογραφία της ιστορίας και των κειμένων του πατριώτη Ισοκράτη, τότε τι είναι;

Ο βιογράφος - σχολιογράφος, γράφει για το ήθος του: «Ο Ισοκράτης ελάμβανε χρήματα πάμπολλα υπέρ της διδασκαλίας, παρά μεν των πολιτών ουδέν, ώσπερ γέρας - σαν δώρο τιμής τούτο κατατιθέμενος, και τροφεία καταβαλών τή πατρίδι, παρά δε τών ξένων χιλίας δραχμάς. Πλούσιος δε γενόμενος, εμοιράσατο τόν πλούτο τήν πόλιν».
Φρονώ ότι δεν χρήζει προσαρμογής, διότι θα έχανε το μεγαλείο της αυτή η παράγραφος.  Κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν υπάρχουν καλλίτερες λέξεις οι οποίες να αποδίδουν την έννοια της Φιλοπατρίας και του Ήθους του Ισοκράτη. Το τέλος του, χαρακτηρίζει την συνέπεια των λόγων και των έργων του. Πέθανε με δική του βούληση, το 338 π.Χ. αμέσως μετά την μάχη της Χαιρώνειας, πικραμένος, διότι έβλεπε ακόμη μία φορά τους Έλληνες να αλληλοσκοτώνονται με μανία, δίχως να έχει επιτευχθεί η Ομόνοια των Ελλήνων, που για αυτήν είχε αγωνισθεί με αυταπάρνηση όλη του την ζωή. 
Απογοητευμένος αρνήθηκε να λάβει τροφή και νερό και μετά από εννέα ημέρες αναχώρησε για τα Ηλύσια πεδία, έσβησε πικραμένος δίχως να δει το όνειρό του ολοκληρωμένο, «τους Έλληνες ενωμένους και εν ομονοία διαβιούντας». Ο Παυσανίας ο Περιηγητής γράφει στα «Αττικά» Α18, «Πρός τήν αγγελίαν τής εν Χαιρωνεία μάχης αλγήσας, ετελεύτησε εθελοντής». Δεν αναφέρει την λέξη ασθενήσας αλλά αλγήσας, δηλαδή πόνεσε ψυχικά και πνευματικά τόσο πολύ, που προτίμησε να πεθάνει από την δίψα και την ασιτία.   
Αυτός υπήρξε ο μεγάλος και συνετός πρόγονός μας και το σπουδαίο εθνικό και μορφωτικό έργο του, το οποίον μας εμπνέει και μας καθοδηγεί στους πολύ δύσκολους καιρούς που διέρχεται η Πατρίδα μας.