Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

"Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ :
ISBN: 978-960-93-3371-9
Α
πό το δέος και τον φόβο που προκαλεί το θείο, η Ελληνική θρησκεία εμφανίζεται σαν μία ευρύτατη, συμβολική και σύνθετη δημιουργία η οποία επέτρεπε ελευθερία στην εκδήλωση της σκέψεως και στο συναίσθημα σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένης και της συνεκτικής λατρείας.
Ο μύθος είχε σημαντικό ρόλο και συμμετοχή σε αυτό το σύνολο, όπως και οι τελετουργικές πρακτικές και οι μορφές με τις οποίες απεικόνιζαν το θείο.
Μύθος, τελετουργία και εικαστική αναπαράσταση, ήσαν οι τρεις τρόποι οι οποίοι με τον λόγο, την δράση και την εικόνα, δήλωναν και επέτρεπαν να εκδηλωθεί η θρησκευτική δοξασία και η εμπειρία των Ελλήνων.

Κάθε πάνθεον όπως και το Ελληνικό, προϋποθέτει ένα πλήθος θεοτήτων, εξ’ άλλου το δηλώνει και η ίδια η λέξη, κάθε θεότητα έχει τον δικό της ρόλο, το δικό της πεδίο, τους ιδιαίτερους τρόπους δράσης και την δική της μορφή εξουσίας. Οι θεότητες αυτές στις μεταξύ τους σχέσεις, συγκροτούν μία ιεραρχημένη κοινωνία, στην οποίαν οι ιδιότητες και τα προνόμια αποτελούν αντικείμενο μίας αρκετά αυστηρής κατανομής, που σκόπιμα περιορίζουν η μία την άλλη ενώ όταν απαιτείται, αλληλο - καλύπτονται.

Το θείο στον πολυθεϊσμό δεν συνεπάγεται την μοναδικότητα, αλλά ούτε και την παντοδυναμία, την παντογνωσία, την αιωνιότητα ή το απόλυτο. Το πλήθος αυτό των θεοτήτων, βρίσκεται εντός του κόσμου και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του. Οι θεοί δεν δημιούργησαν τον κόσμο με μία πράξη, η οποία στην περίπτωση του ενός και μοναδικού Θεού, δηλώνει την απόλυτη υπερβατικότητά του ως προς ένα έργο, του οποίου η ύπαρξη εκπορεύεται ολοκληρωτικά από αυτόν. Οι θεότητες γεννιούνται από τον κόσμο διότι σοφά αποτελούν μέρος αυτού του κόσμου.

Το γένος εκείνων των θεοτήτων στις οποίες οι Έλληνες αφιέρωναν μία λατρεία, την λατρεία των Ολυμπίων θεών, εμφανίζεται ταυτόχρονα με την δημιουργία του σύμπαντος. Αυτό, καθώς εξελίσσεται διαφοροποιείται, ταξινομείται και παίρνει την ολοκληρωμένη μορφή του οργανωμένου κόσμου που γνωρίζουμε. Επομένως ενυπάρχει μέρος του θείου στον κόσμο, όπως υπάρχει μέρος της κοσμικής ουσίας στις θεότητες. Με αυτό το σκεπτικό η λατρεία δεν θα μπορούσε να αναφέρεται σε ένα Ον ριζικά υπερκόσμιο, του οποίου ο τρόπος ύπαρξης δεν θα είχε τίποτα το κοινό με οτιδήποτε ανήκει στη φυσική τάξη, στο φυσικό σύμπαν, στην ανθρώπινη ζωή και στην κοινωνική συνύπαρξη.
Αντίθετα, η πολυθεϊστική λατρεία μπορεί να απευθύνεται σε κάποια άστρα, όπως η Σελήνη, η αυγή, το φως του Ηλίου, η νύχτα, σε μία πηγή, σε ένα ποτάμι, σε ένα δένδρο, στην κορφή ενός βουνού, όπως και σε ένα συναίσθημα, ένα πάθος (Αιδώς, Έρως), σε μία ηθική ή νομική έννοια (Δίκη, Νέμεση, Ευνομία και άλλες). Δεν προέκυπταν κάθε φορά νέες θεότητες, αλλά όλες στον χώρο που τους ανήκε, δήλωναν το θείον με τον ίδιο τρόπο που παριστάνει τη θεότητα το λατρευτικό είδωλο, έτσι ένωναν καλλίτερα το υπερβατικό με το υποκείμενο. Με την παρουσία του σε έναν κόσμο πλήρη θεοτήτων και ηρώων, ο Έλληνας δεν αντιμετώπιζε το φυσικό και το υπερφυσικό σαν δύο αντίθετους χώρους, αλλά τους δεχόταν σαν άρρηκτα συνδεδεμένους μεταξύ τους.

Κάποια ανεξήγητα φαινόμενα του κόσμου και της φύσεως, τα βίωνε με το ίδιο αίσθημα ιερότητας που δοκίμαζε κατά την προσέγγιση των θεοτήτων του, κατά τις τελετές που τον έφερναν σε επαφή μαζί τους, αλλά και με το κοινωνικό σύνολο. Έτσι σφυρηλατήθηκαν οι κοινοί δεσμοί, το ομόθρησκον, το όμαιμον, το ομόγλωσσον, το ομότροπον και το ομόδοξον των Ελλήνων (Ηρόδοτος, Ισοκράτης, Θουκυδίδης).

Δεν επρόκειτο για μία στείρα και αφελή φυσιολατρική θρησκεία, καθώς οι θεότητες των Ελλήνων δεν αποτελούσαν στεγνά τις προσωποποιήσεις των φυσικών δυνάμεων, αλλά τις εκφάνσεις και τις διαβαθμίσεις των δυνάμεων και των φαινομένων τους, δηλαδή κάτι τελείως προηγμένο και διαφορετικό για εκείνη την εποχή. Ο κεραυνός, η καταιγίδα, οι υψηλές κορυφές δεν ήταν ο Δίας, αλλά αι βουλαί και αι επιθυμίαι του Διός - οι φυσικές δυνάμεις που ήσαν πέραν από αυτά. Όλα συνυπήρχαν στους κόλπους μίας Δυνάμεως, η οποία ταυτιζόταν όχι μόνον με τις φυσικές, αλλά και με τις ψυχολογικές, τις ηθικές και τις θεσμικές πραγματικότητες, ήτοι την εναρμόνισή τους με τον παγκόσμιο ρυθμό.

Αυτό που ώριζε μία Δύναμη σε θεότητα, ήταν το γεγονός ότι συγκέντρωνε υπό την Αρχή της μία πληθώρα «εκδηλώσεων» εντελώς διακριτών για εμάς, τις οποίες όμως ο Έλληνας είχε οικειοποιηθεί διότι έβλεπε σε αυτές την έκφραση μίας και μόνης εξουσίας που ασκείται στα πλέον διαφορετικά πεδία. Εάν ο κεραυνός ή οι υψηλές κορυφές είναι του Διός, αυτό συμβαίνει διότι ο Θεός εκδηλώνεται στο σύνολο του σύμπαντος κόσμου, με όλα εκείνα τα στοιχεία που φέρουν την σφραγίδα μίας εμφανούς ανωτερότητας, μίας υπεροχής.

Ο Δίας δεν ήταν απλώς μία φυσική δύναμη, ήταν ο Άρχων κυρίαρχος, ο κάτοχος της εξουσίας με όλες τις μορφές, με τις οποίες αυτή μπορούσε να αποκαλυφθεί. Έτσι, ο πολυθεϊσμός των Ελλήνων δεν στηριζόταν σε κάποια «θεϊκή αποκάλυψη».
Η προσκόλληση στη θρησκευτική παράδοση στηρίζεται στη επανάληψη και τον φόβο, ήτοι στα προγονικά ανθρώπινα έθιμα και στους φυσικούς νόμους. Όπως η γλώσσα, ο τρόπος ζωής, τα έθιμα του φαγητού και της ένδυσης, η στάση και η συμπεριφορά των ανθρώπων στις ιδιωτικές και στις δημόσιες συναναστροφές τους, έτσι και η λατρεία δεν έχει ανάγκη από κάποια άλλη αιτιολόγηση, εκτός από την ύπαρξή της. Από την στιγμή που οι άνθρωποι την ασκούν, είναι ήδη αιτιολογημένη. Εκφράζει τον τρόπο με τον οποίον οι Έλληνες, κατάφεραν από την αρχή των κοινωνιών τους να οργανώσουν τη σχέση τους προς το θείο.
Η αρχαία Ελληνική θρησκεία δεν συνιστούσε ένα τμήμα ξεχωριστό, κλεισμένο στα όριά του, ούτε και επιβαλλόταν επάνω στην οικογενειακή, επαγγελματική και πολιτική ζωή ή στον ελεύθερο χρόνο των ανθρώπων.

Όταν αναφερόμαστε στην αρχαϊκή και στην κλασσική Ελλάδα για «θρησκεία της πόλεως» είναι διότι σε αυτήν, η θρησκευτικότητα περιελάμβανε στο οικογενειακό και στο κοινωνικό επίπεδο, όλο το εύρος των εκφάνσεών της. Αυτή η θρησκευτική και κοινωνική διάταξη, είχε σαν αποκλειστικό σκοπό τη συνοχή όλων των πολιτών μέσα στην πόλη - κράτος στην οποίαν ζούσαν, δημιουργούσαν και ώφειλαν όλοι από κοινού, να την υπερασπίζονται με την ίδια τη ζωή τους.

Από τα παραπάνω προκύπτουν δύο θέσεις σε αυτόν τον τύπο θρησκείας. Το άτομο δεν κατέχει κεντρική θέση, δεν μετέχει στη λατρεία ως ένα ιδιαίτερο και υπεύθυνο πρόσωπο για τη σωτηρία της ψυχής του, αναλαμβάνει όμως το ρόλο που του αναθέτει η κοινωνική του υπόσταση, άρχων, πολίτης, οπλίτης, μέλος της φρατρίας, γυναίκα ηλικιωμένη ή νεαρό άτομο στα διάφορα στάδια της ένταξής του στην ωριμότητα. Ήταν μία θρησκεία που είχε καθιερώσει μια συλλογική τάξη η οποία ενσωμάτωνε σε αυτήν, τα διάφορα κοινωνικά στοιχεία της, στη θέση που τους άρμοζε. Μία θρησκεία όμως, που αφήνει εκτός του πεδίου της, την μέριμνα για τον καθένα ξεχωριστά ως πρόσωπο, την πιθανή του αθανασία και τη μοίρα του πέραν του θανάτου. Για αυτόν τον λόγο δεν υπήρχε στην Αρχαία Ελλάδα ένα επαγγελματικά οργανωμένο ιερατείο, τα δε θρησκευτικά καθήκοντα τελούσαν οι εκάστοτε εκλεγμένοι ή διορισμένοι άρχοντες της πόλεως - κράτους.
O πιστός επομένως, δεν είχε μία σχέση κατωτερότητας με την όποια θεότητα. Δεν δεχόταν μία θεότητα απόκοσμη και μακριά από την επίγεια ζωή, αλλά την ήθελε σε έναν χώρο πρόσφορο για επαφή και επικοινωνία, η δε λατρεία, τους απέδιδε τιμές επειδή ακριβώς κατείχαν μία θέση υπεροχής έναντι του κοινού ανθρώπου. Αν και ανήκαν στον ίδιο κόσμο με τους θνητούς, αν και είχαν κατά κάποιον τρόπο κοινή καταγωγή, αποτελούσαν ένα γένος το οποίον ήταν απαλλαγμένο από όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τα θνητά όντα, όπως αδυναμία, μόχθους, πάθη, ασθένειες και τον θάνατο. Οι θεότητες των Ελλήνων δεν ενσάρκωναν ούτε το απόλυτο ούτε και το αιώνιο, αλλά το σύνολο των αξιών που αποτελούν τα αγαθά της ύπαρξης στην γήινη ζωή, όπως είναι η Σοφία, η Δύναμη, η Αρετή, το Κάλλος και άλλες, που την καθιστούν μεστή από σύνεση, δόξα και λαμπρότητα.

Το να ισχυρίζεται κανείς, ότι η σφαίρα του πολιτικού στοιχείου είναι διαποτισμένη από το ανάλογο θρησκευτικό, ισοδυναμεί με το να αναγνωρίζει ταυτόχρονα, ότι και η σφαίρα του θρησκευτικού είναι συνδεδεμένη με το πολιτικό στοιχείο. Κάθε αξίωμα έχει έναν ιερό χαρακτήρα, όμως κάθε ιερατικό αξίωμα, προέρχεται και από την κοσμική εξουσία. Οι θεότητες, αν και ήταν θεοί της πόλεως - κράτους, εντούτοις η συνέλευση του λαού είχε τον πρώτο λόγο στην διοίκηση και την τέλεση των ιερών, των υποθέσεων δηλαδή που αφορούσαν τα θεία, όπως και την διοίκηση των πολιτών. Η εκάστοτε εκλεγμένη ή και διορισμένη πολιτική ηγεσία, καθόριζε το θρησκευτικό ημερολόγιο, τις τελετές, εξέδιδε νόμους οι οποίοι ρύθμιζαν τα ιερά, αποφάσιζε για την διοργάνωση των εορτών, την διοίκηση των ναών, την προσφορά των θυσιών, την ένταξη νέων θεοτήτων, καθώς και τις τιμές που έπρεπε να αποδίδονται δημόσια και ιδιωτικά.

Ακόμα και κατά τον 6ο και 5ο αιώνα π.Χ., όταν η επίσημη λατρεία κυριαρχούσε στο σύνολο της θρησκευτικής ζωής των πόλεων, δεν απουσίαζαν από τις παρυφές της τάσεις, κατά το μάλλον ή ήττον περιθωριακές με διαφορετικό προσανατολισμό διότι δεν υπήρχε δογματικό ιερατείο, αλλά έμπρακτη ανεξιθρησκεία. Η ίδια η κοινή θρησκεία της πόλεως, που υπαγόρευε τις θρησκευτικές συμπεριφορές, δεν διασφάλιζε πλήρως την κυριαρχία της, αλλά δεχόταν και παραχωρούσε μέσα στους κόλπους της, έναν χώρο για τις μυστηριακές λατρείες και τα μυητικά κέντρα, τα οποία υπερτερούσαν σε προβολή, δύναμη και σεβασμό. Έτσι, φαινομενικά τα κάλυπτε και ενσωμάτωνε κάποια απλά μέρη από αυτά, για να ενδυθεί και αυτή κάποια αίγλη και εμπειρία όπως ήταν η Διονυσιακή λατρεία, η Ελευσινιακή μυσταγωγία, η Δελφική παρακαταθήκη, ο μυστικισμός των Ασκληπιείων και άλλες τελετές και εκδηλώσεις των οποίων το πνεύμα, οι αρχές και ο σκοπός τους ήταν διάφορος από τον δικό της.

Κλασσικό και όχι μοναδικό παράδειγμα και αναφορά για την ελευθερία και ανεξιθρησκεία των Ελλήνων, ήταν η ύπαρξη ναών και ιερών και άλλων δογμάτων και θρησκειών στον Ελληνικό χώρο. Αυτό το αναφέρουν και οι φανατικοί πολέμιοι του Ελληνισμού Χριστιανοί, με την επίσκεψη του Παύλου και την ομιλία του στον Άρειο Πάγο των Αθηνών.