Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012


ΠΡΟΚΛΟΣ

Γεννήθηκε περί το 410 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε το 485. Η καταγωγή του ήταν αριστοκρατική από την πόλη Ξάνθο της Λυκίας της Μ. Ασίας, ο πατέρας του Πατρίκιος ήταν σημαντικός νομικός,  Έτυχε σπουδαίας μόρφωσης, διότι ο πατέρας του τον προόριζε για διάδοχό του. Οι γονείς του όμως αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Κωνσταντινούπολη και επέστρεψαν στην Ξάνθο, όταν ανέλαβε την εξουσία η φανατική χριστιανή και διώκτης των Ελλήνων Πουλχερία, ως μεγαλύτερη αδελφή του ανήλικου τότε αυτοκράτορα, επίσης φανατικού Θεοδόσιου  Β΄ του Μικρού.
Ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος, θεωρείται ένας από τους τέσσερεις μεγαλύτερους Νεοπλατωνικούς φιλοσόφους μαζί με τον Πλωτίνο, τον Πορφύριο και τον Ιάμβλιχο, υπήρξε δε ένας από  τους τελευταίους Σχολάρχες της Ακαδήμειας των Αθηνών. Ο σύγχρονος ερευνητής Dodds τον κατατάσσει στην δεύτερη θέση μετά τον Πλωτίνο. Ήταν μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του 5ου αιώνα μ.Χ., υπήρξε πολυγραφότατος φιλόσοφος και δραστήριος θεουργός του Νεοπλατωνισμού.
Στην Ξάνθο πήρε τα πρώτα του μαθήματα, αργότερα σπούδασε αρχικά ρητορική και νομικά στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι σχολές είχαν αναδιοργανωθεί από την Αθηναία σύζυγο του Θεοδόσιου του Β΄ Ευδοκία, κόρη του Αθηναίου σοφιστή Λεόντιου, η οποία είχε Ελληνική παιδεία και επέτρεψε την λειτουργία αναβαθμισμένης φιλοσοφικής σχολής. Όπως όμως αναφέρει ο Μαρίνος, η θεά Αθηνά τον προέτρεψε να παρακολουθήσει τα μαθήματα των Αθηναϊκών σχολών. Εγκατέλειψε τότε την νομική και πήγε στην Αλεξάνδρεια να σπουδάσει φιλοσοφία με τον Ολυμπιόδωρο και μαθηματικά με τον Ήρωνα. Αργότερα ήλθε σε ρήξη με τον πρώτο, διότι δεν ερμήνευε ορθά τον Αριστοτέλη, τον εγκατέλειψε και πήγε στην Αθήνα σε ηλικία δέκα εννέα ετών.
Τα περισσότερα στοιχεία για την ζωή, το έργο και την προσωπικότητα του Πρόκλου, τα αντλούμε από την βιογραφία του που συνέγραψε ο μαθητής του Μαρίνος, επίσης από το έργο του, καθώς και από άλλες πηγές των συνοδοιπόρων του και των αντιπάλων του. Η βιογραφία του, ανήκει στο είδος που οι μελετητές αποκάλεσαν «παγανιστική αγιογραφία». Σε αυτό το είδος εντάσσονται οι «Βίοι Σοφιστών» του Ευνάπιου, ο «Βίος του Πυθαγόρα» που γράφτηκε από δύο σπουδαίους φιλοσόφους τον Πορφύριο και τον Ιάμβλιχο, ο «Βίος του Πλωτίνου» τον οποίον έγραψε ο Πορφύριος και ο «Βίος του Ισιδώρου» που έγραψε ο Δαμάσκιος. 
Στην Ακαδήμεια όπου φοίτησε, εντυπωσίασε με τις πνευματικές του ικανότητες τους Σχολάρχες Πλούταρχο και Συριανό, οι οποίοι τον είχαν δεχθεί σαν φυσικό παιδί τους. Σε διάστημα έξι ετών ολοκλήρωσε τις σπουδές του στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, στην συνέχεια ονομάστηκε «Πρύτανης - Διάδοχος της Σχολής - Σχολάρχης», υπηρετώντας την  φιλοσοφία επάξια επί πενήντα χρόνια.  
Ο Πρόκλος ζούσε λιτά σαν ασκητής, ήταν βαθύτατα θρησκευόμενος, εσωτεριστής, οραματιστής και φιλάνθρωπος με σπουδαία κοινωνική δράση. Κάθε ημέρα τελούσε τις καθιερωμένες ιεροπραξίες και συμμετείχε στα πολιτικά δρώμενα των Αθηνών, συμβούλευε τους λειτουργούς και τους άρχοντες της πόλεως και έδινε διαλέξεις. Επέβλεπε τους εκπαιδευτικούς, ώστε να φέρονται με σωφροσύνη στους νέους και να βιώνουν αυτά τα οποία δίδασκαν, όπως έπραττε ο ίδιος. Ως θρησκευόμενος φιλόσοφος ήταν Μύστης, Θεουργός, Εσωτεριστής, Οραματιστής και Φιλάνθρωπος με σημαντική κοινωνική  δράση και προσφορά.  
Υπήρξε  πολυγραφότατος, το  έργο του  που έχει διασωθεί είναι σπουδαίο, το οποίον θα ερευνήσουμε στην συνέχεια. Αποτελείται  από  μελέτες της  Πλατωνικής  μεταφυσικής, φιλοσοφικές  έρευνες, καθώς  και  από  μία  συνοπτική  μελέτη  της  Ελληνικής  λογοτεχνίας. Επίσης είχε γράψει  ύμνους  προς στις  αρχαίες θεότητες, γνώριζε ότι διά των  θρησκευτικών  ύμνων - Ελληνική ρίζα υμν = δεσμός - σύνδεσμος,  ο  φιλόσοφος  εγείρει  την  θεϊκή  φύση  που οδηγεί προς  την  τελείωση και  στη  συνέχεια  προς την  θέωση.
Μέχρι το θάνατό του το 485 μ.Χ., ήταν Σχολάρχης της Νεοπλατωνικής Ακαδήμειας των Αθηνών, την οποίαν ως γνωστό, έκλεισε μαζί με όλες τις άλλες φιλοσοφικές σχολές ο ανθέλληνας Αυτοκράτορας Ιουστινιανός  με διάταγμά του το 529. Με το διάταγμα αυτό απαγόρευσε, με την ποινή του θανάτου και δήμευση της περιουσίας υπέρ του ιδίου, την διδασκαλία της φιλοσοφίας και την ενασχόληση με τα γράμματα και τις τέχνες, εκτός από ό,τι  αφορούσε τις εκκλησιαστικές ενασχολήσεις τις οποίες ήλεγχε απόλυτα.     
Ο Μαρίνος περιγράφει τον Πρόκλο σαν Σωτήρα, διότι διέσωσε επάξια την φιλοσοφική παράδοση της Ακαδήμειας, φρόντισε την οικονομική της ανεξαρτησία και της έδωσε νέα αίγλη, ενώ παράλληλα θεράπευε και ασθενείς, φυσικά δωρεάν, διότι κατά τον Πρόκλο αυτός ήταν ο τρόπος ο οποίος όριζε την έννοια του φιλοσόφου. Χαρακτηριστική είναι η φράση που επαναλάμβανε συχνά, ότι «στον φιλόσοφο δεν αρμόζει να είναι σωτήρας μίας πόλης ή ενός κράτους, αλλά ιεροφάντης όλου του κόσμου». Ιεροφάντης, είναι αυτός που φέρνει στο φως τα ιερά - τα εξηγεί. Μόνον οι ιεροφάντες είχαν το δικαίωμα να ερμηνεύουν τα Μυστήρια στους υπό μύησιν υποψηφίους. Για την «Θρησκεία και τα Μυστήρια των Αρχαίων Ελλήνων», μπορείτε να βρείτε πλήρη ερμηνεία και ανάλυση στο ομότιτλο βιβλίο μου.  
Ο Έλληνας μελετητής Λεωνίδας Χ. Αποσκίτης στο έργο του για τον Πρόκλο, παρουσιάζει σε δική του μετάφραση το πάρα κάτω ενδιαφέρον απόσπασμα από το έργο του Μαρίνου «Βίος Πρόκλου ή Περί Ευδαιμονίας»:  Πολλά θα είχε να πει κανείς ακόμα, εάν θα ήθελε να επεκταθεί στην αφήγηση των θεουργικών πράξεων του ευδαίμονα Πρόκλου. Ανάμεσα από πάμπολλες τέτοιες πράξεις, θα αναφερθώ σε μία που ήταν αληθινό θαύμα.
 Η Ασλκηπιγένεια, κόρη του Αρχιάδα και της Πλουτάρχης, μετέπειτα σύζυγος του ευεργέτη μου Θεαγένη, όντας ακόμα παιδί ασθένησε βαρειά και οι γιατροί αδυνατούσαν να την θεραπεύσουν. Ο Αρχιάδας όπως είναι φυσικό, καθόσον εκείνη ήταν το μόνο παιδί της οικογένειας, θρηνούσε απελπισμένος, βρισκόμενος σε δεινή θέση. Βλέποντας τους γιατρούς να σηκώνουν τα χέρια τους, όπως στην μεγάλη θύελλα στρέφεται κανείς στην τελευταία άγκυρα, ή καλύτερα σε κάποιον Σωτήρα, έτσι και αυτός στράφηκε στον αγαθό φιλόσοφο και τον παρακάλεσε να δεηθεί για την άρρωστη θυγατέρα του.                                                                                                         
Ο Πρόκλος παίρνοντας μαζί του τον Περικλή, επίσης μεγάλο φιλόσοφο από την Λυδία, μετέβησαν αμέσως στο ιερό του Ασκληπιού να προσευχηθούν διότι τότε η πόλη ευτυχούσε να έχει ακόμη απόρθητο το ιερό του Σωτήρα Ασκληπιού.  Όταν ο Μαρίνος έγραφε αυτά, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Πρόκλου το ιερό του Ασκληπιού είχε καταστραφεί από τους χριστιανούς και στην θέση του έκτισαν εκκλησία του θεραπευτή αγίου Ανδρέα. Αφού λοιπόν προσευχήθηκε σύμφωνα με τον αρχαιότερο τρόπο, η κατάσταση της θυγατέρας βελτιώθηκε αμέσως και αποκαταστάθηκε σε σύντομο χρόνο. 
Ο Πρόκλος ολοκληρώνοντας την ιεροτελεστία του, πήγε στην Ασκληπιγένεια και την πρόλαβε μόλις εκείνη, απελευθερωμένη από τα σωματικά βάσανα της πάθησής της, είχε ανακτήσει την υγεία της. Αυτήν την πράξη ο φιλόσοφος δεν την έκανε με άλλο τρόπο, παρά διαφεύγοντας της προσοχής των πολλών, μη θέλοντας να δώσει αφορμή σε εκείνους που είχαν κατά νου να του κάνουν κακό. Σε αυτό βοήθησε και η θέση της κατοικίας του, η οποία ήταν ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη, επί της σημερινής οδού Δ. Αρεοπαγίτου, τότε ήταν εκεί και η έδρα της Νέας Ακαδήμειας που τώρα είναι επιχωματωμένη. Ήταν αλήθεια ένα από τα στοιχεία της καλής του τύχης, η καταλληλότητα αυτής της οικίας, στην οποίαν έμεναν ο πατέρας του Συριανός και ο προπάτοράς του Πλούταρχος, όπως εκείνος τους αποκαλούσε, αλλά και εκείνοι τον αποκαλούσαν πνευματικό τέκνο τους. Ήταν πολύ κοντά στο Ασκληπιείο, που χρονολογείτο από την εποχή του Σοφοκλή, στο θέατρο του Διονύσου και μπορούσες να το δεις και να το αισθανθείς από την Ακρόπολη.    
Ένα από τα σημαντικότερα έργα του είναι η «Θεολογική Στοιχείωση». Σε αυτό πραγματεύεται την μεταφυσική διάρθρωση του Όντος. Συγκεκριμένα, λέει ότι:  «Κάθε τι που μετέχει στο ΕΝ, είναι συν ένα, και όχι μείον ένα, ή  κάθε τι που γίνεται ένα, γίνεται ένα από την συμμετοχή του στο ΕΝ, ή κάθε τι που είναι ενωμένο, είναι διαφορετικό από το ΕΝ ή  κάθε πλήθος  πραγμάτων και  ιδεών, έπεται του Ενός».
Η καινοτομία του Πρόκλου βρίσκεται στην εισαγωγή της μεταφυσικής των Εννεάδων.  Όπως ο Νους αποτελείται από Νόες και η Ψυχή από ψυχές, έτσι και το ΕΝ αποτελείται από Εννεάδες. Αυτές  είναι κατώτερες του  Ενός, αλλά ανώτερες του Νου. Εδώ παρατηρούμε ότι ο Πρόκλος δέχεται εξελικτικά την Προσωκρατική φιλοσοφική σκέψη των Ιώνων φιλοσόφων, ειδικότερα δε τις θέσεις του Αναξαγόρα περί του παγκοσμίου Νου, στον οποίον τα πάντα υπάγονται με ελευθερία.
Ο Πρόκλος,  στο  θεωρητικό  υπόβαθρο είχε εντάξει και μία ιδιότυπη  θρησκευτική  πρακτική. Είχε επιδείξει  ιδιαίτερο  ενδιαφέρον  για  τις  θεουργικές ιεροτελεστίες, τα μυστήρια, την  αστρολογία και  την  ανάκληση  θεών. Στο  έργο του  «Θεολογούμενα  Πλάτωνος», ορίζει  τη  θεουργία  ως δύναμη  υψηλότερη  από  κάθε  ανθρώπινη  σοφία, η οποία  περιλαμβάνει  όλα τα  αγαθά  της  μαντικής, τις  καθαρτήριες  δυνάμεις της μύησης και γενικά τις  λειτουργίες  κάθε  κατοχής. 
Σύμφωνα με τον Πρόκλο, η  θεουργία βοηθά  τους  πιστούς  να  ξεφύγουν  από  την  ειμαρμένη, να  ανέλθουν  μέχρι  το  νοητό  πυρ  και  να  εξασφαλίσουν  την αθανασία της  ψυχής. Κατά τις θεουργικές τελετές έκαναν χρήση  κάποιων συμβολικών μαγικών  αγαλματιδίων. Αυτά είχαν την προέλευση και τις ρίζες τους στις πρωτόγονες  τελετουργικές λατρείες, πίστευαν δε ότι  υπάρχει  μία  αλληλεπίδραση και  μία  φυσική  συμπάθεια, η οποία όταν προσεγγιστεί κατάλληλα και με τον προσήκοντα σεβασμό, έχει την δυνατότητα να ενώνει  μυστικά  το  πρωτότυπο  με το απεικονιζόμενο, δηλαδή  το  θείο  με  την  υλική  αναπαράστασή  του.  Αυτή  την  αντίληψη  και την πρακτική υιοθέτησε αλλά και εμπορευματοποίησε ο  Χριστιανισμός,  με  τις  συλλήβδην χειροποίητες  και  βιομηχανοποιημένες θαυματουργές  εικόνες  του και άλλα διαβασμένα αντικείμενα τα οποία εμπορεύονται. 
Υπήρξε πολυγραφότατος, κάθε ημέρα έγραφε οπωσδήποτε επτακόσιους στίχους. Το έργο του αποτελείται από μελέτες της Πλατωνικής μεταφυσικής και φιλοσοφικές έρευνες. Έγραψε πολλά σχόλια για τα Πλατωνικά κείμενα, τα οποία αφορούν τα μαθηματικά και την αστρονομία, καθώς επίσης και μία συνοπτική μελέτη της Ελληνικής λογοτεχνίας. 
Ακόμη, έγραψε ύμνους για τις αρχαίες θεότητες. Αναγνώριζε ότι διά μέσου των θρησκευτικών ύμνων, ο φιλόσοφος εγείρει τη θεϊκή φύση και, ανοίγει τον δρόμο προς την τελείωση και εν συνεχεία προς την θέωση. Η επίδρασή του έχει μεγάλη διάχυση, έχει επηρεάσει την Αραβική φιλοσοφική σκέψη, την Εβραϊκή Καμπάλα, τον Αγγλοσαξονικό ρομαντισμό, τον Χέγκελ που τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και τον θεωρούσε ανώτερο του Πλωτίνου, τον Σπινόζα, την Θεοσοφία, τις Τεκτονικές Στοές, τους Ροδόσταυρους, τους Ιππότες καθώς και διάφορες μυστικές εταιρείες και τάγματα. Στο επιστημονικό πεδίο, προηγείται του Γαλιλαίου στην διατύπωση της ύπαρξης πλανητικών δορυφόρων.
Επέδρασε σημαντικά στον Χριστιανισμό, ιδιαίτερα δε στον Ορθόδοξο ψευδο-Διονύσιο Αρεοπαγίτη και στο το έργο του «Το κέντρο του Ανατολικού μυστικισμού». Πίστευαν αρχικά, ότι ο Διονύσιος ήταν Αθηναίος προσήλυτος στον Χριστιανισμό από τον Παύλο όταν είχε επισκευθεί την Αθήνα, αποδείχθηκε όμως ότι τα έργα του δεν είναι δυνατόν να έχουν γραφεί πριν από τον πέμπτο αιώνα και όχι τον πρώτο όπως εσφαλμένα δέχονται οι χριστιανικές εκκλησίες.                                         
Ο Dodds στην μελέτη και την μετάφραση του έργου του Πρόκλου «Θεολογική Στοιχείωση», κάνει μία πολύ σοβαρή καταγγελία απάτης και αλλοιώσεως αυτού του έργου: «Μία γενιά μετά τον θάνατο του Πρόκλου, κάποιος φανατικός και εκκεντρικός χριστιανός, συνέλαβε την ιδέα να αλλοιώσει την φιλοσοφία του και να την παρουσιάσει σαν χριστιανική, με τις σχετικές επεμβάσεις και στρεβλώσεις». Πολλοί έχουν ασχοληθεί με αυτό το θέμα, διότι αποδίδουν τα έργα του Πρόκλου σε  είκοσι διαφορετικούς χριστιανούς συγγραφείς…
Οι σοβαροί μελετητές γνωρίζουν ότι, η επίδραση του Πρόκλου είναι καταλυτική, παρά τις κακοποιήσεις και τις αλλεπάλληλες επεμβάσεις που έχουν κάνει στο έργο του. Η συγγραφική ιδιοποίηση των έργων του Πρόκλου από τον Διονύσιο, επιβεβαιώνει τον κανόνα της στρεβλώσεως και της κακοποιήσεως των Αρχαίων Ελληνικών κειμένων αυτών που τους ενδιέφεραν και, της καταστροφής των υπολοίπων.                                
Στο έργο του «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο Α’, 681.  21 - 25», ο θείος Πρόκλος τονίζει με έμφαση: «Ο γνήσιος εραστής της γνώσης - ο φιλόσοφος - δε υποχωρεί μπροστά στον κόπο, αλλά όσο πιο δύσκολη είναι η γνώση, τόσο πιο πρόθυμα την κυνηγά χωρίς να δειλιάζει μπροστά στους πνευματικούς άθλους. - Ο μέν  τῆς θεωρίας γνήσιος ἐραστὴς οὐκ ἀναδύεται τὸν πόνον, ἀλλ᾽ ὅσῳ χαλεπωτέρα ἡ ἀντίληψις, τοσούτῳ προθυμότερον πρόσεισιν οὐκ   ἀποδειλιῶν πρὸς τοὺς ἄθλους».
Ο Πρόκλος, μυήθηκε στα ανώτερα Μυστήρια και στην  Θεουργία   από  την  Ασκληπιγένεια, κόρη  του  Πλουτάρχου του νεώτερου του  Αθηναίου, η οποία  ήταν  επικεφαλής  της Νέας Ακαδήμειας των Αθηνών, σημειώνω ότι δεν είναι η ίδια που είχε σώσει - θεραπεύσει από σοβαρή ασθένεια σε μικρή ηλικία. Ο χαρισματικός Πλούταρχος  είχε  μυήσει  σε  βάθος  την  κόρη  του  στην φιλοσοφία, στα  μυστήρια και στα μυστικά  της  θεουργίας. Η Ασκληπιγένεια αποκάλυψε  στον Πρόκλο τις  παλαιές  μυστηριακές  τελετές - τα  ιερά  όργια, τα οποία ήσαν μέρος των Ελευσινίων Μυστηρίων, καθώς και  την  Χαλδαϊκή  λευκή μαγεία. Μόνο  αυτή  είχε  αυτές  τις  γνώσεις  και, τελούσε τα Μυστήρια και την Θεουργία μετά τον θάνατο  του  πατέρα της. Κατά την  μαθητεία  κοντά  της, ο  Πρόκλος  απέκτησε  την  ικανότητα  να  βλέπει  θεία  οράματα, να  προκαλεί  όμβρους - βροχές και  να  θεραπεύει  ανίατες  ασθένειες. Η Ασκληπιγένεια συνέχισε να διδάσκει ακόμη και όταν ο φιλόσοφος Μαρίνος διαδέχθηκε τον Πρόκλο στην Σχολαρχεία. Παράλληλα συνεργαζόταν και με αρκετές άλλες γυναίκες για την ομαλή συνέχιση της λειτουργίας της Σχολής, στις δε χαρισματικές μεταβίβαζε τις γνώσεις της.
Διδάσκαλος του Πρόκλου υπήρξε και ο Συριανός, που διαδέχθηκε τον Πλούταρχο στην Ακαδήμεια, με τον οποίον συνδέθηκε με μεγάλη φιλία και τον αποκαλούσε πατέρα του. Σώζεται επιτύμβιο επίγραμμα του Πρόκλου, όπου μαρτυρείται η ευγνωμοσύνη του για την διδασκαλία και τις γνώσεις που δέχθηκε από τον Συριανό. Ολοκληρώνω με τα  αναγραφόμενα στο επίγραμμα που ακολουθεί, που το έγραψε ο ίδιος ο Πρόκλος:
«Πρόκλος εγώ υπήρξα Λύκιος στην καταγωγή, αυτόν που ο Συριανός έθρεψε εδώ με τη διδασκαλία του ως διάδοχό του. Αυτός ο κοινός τάφος δέχθηκε τα σώματα και των δύο, και είθε η Λάχεση να οδηγήσει και τις ψυχές τους σε κοινό τόπο».

 ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ  ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ  Ο  Α΄


Ο αυτοκράτωρ Φλάβιος Θεοδόσιος του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους γεννήθηκε στην Βόρειο Ισπανία το 346 μ.Χ., βασίλευσε από το 379 έως το 395. Ήταν θρησκόληπτος, δογματικός και φανατικός χριστιανός, ήταν όμως καλός πολεμιστής και πολύ φιλήδονος. Όπως αναφέρουν χριστιανοί συγγραφείς, καταπολεμούσε με ζήλο «τα υπολείμματα ειδωλολατρικών φρονημάτων στα ανώτερα διευθύνοντα κοινωνικά στρώματα, όπως π.χ. παρεκκλίνουσες, διαφορετικές γνώμες, απόψεις μέσα στην χριστιανική εκκλησία και άλλα».

Ο Θεοδόσιος για να εδραιώσει την εξουσία του ταυτίστηκε απόλυτα με το χριστιανικό ιερατείο, το οποίο τον υπηρέτησε πιστά και έτσι, οι δύο ηγεσίες ενωμένες στράφηκαν με μίσος κατά των Ελλήνων και του Ελληνισμού. Την 27η Φεβρουαρίου του 380 κατήργησε την κάποια ανοχή που υπήρχε προς τις διάφορες θρησκευτικές δοξασίες και, καθιέρωσε τον «θρίαμβο της ορθοδοξίας», επέβαλε σαν μοναδική, επίσημη και υποχρεωτική θρησκεία τον Χριστιανισμό. Όλοι οι μη χριστιανοί χαρακτηρίζονταν στο εξής «σιχαμεροί, αιρετικοί, μωροί και τυφλοί».

Το 381 συγκάλεσε την δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο για να αποβάλλει τους αιρετικούς χριστιανούς, να ορίσει και να επιλύσει εκείνος τις διάφορες ενδοεκκλησιαστικές διαφορές και έριδες. Όταν το επέτυχε, ξεκίνησε διωγμό εναντίον των αιρετικών χριστιανών και κατά των μη χριστιανών σε όλες τις πόλεις του Ανατολικού κράτους. Όλες οι εκκλησίες και όλα τα ιερά κτήματα δόθηκαν στο ορθόδοξο ιερατείο και, απαγόρευσε στους αιρετικούς να κατέχουν πολιτικά αξιώματα, πολλούς από αυτούς τους εξόρισε και άλλους τους θανάτωσε.

Στράφηκε επίσης με μεγαλύτερη μανία εναντίον εκείνων, που εντρυφούσαν στην φιλοσοφία, την Ελληνική παιδεία και διατηρούσαν την αρχαιοελληνική λατρεία. Για αυτούς υπήρχε μόνον μία ποινή και αυτή ήταν ο θάνατος και η κατάσχεση των περιουσιών τους, που μεταβιβαζόταν αυτόματα στην προσωπική αυτοκρατορική περιουσία.

Τον Δεκέμβριο του 390 ο Γότθος στρατηγός Βοθέριχος, αρχηγός της Βυζαντινής φρουράς της Θεσσαλονίκης, προσπαθεί να επιβάλλει τον εκχριστιανισμό των Ελλήνων κατοίκων της πόλεως με τρομερή βία. Αποτέλεσμα ήταν η εξέγερση του λαού που προσπαθούσε απεγνωσμένα να διατηρήσει την Ελληνική του ταυτότητα. Η Γοτθική φρουρά της πόλεως αρχικά αιφνιδιάστηκε από την μαχητικότητα των Ελλήνων και πολλοί αξιωματικοί και στρατιώτες σκοτώθηκαν. Όταν ο Θεοδόσιος πληροφορήθηκε ότι είχε γίνει Στάση, με δόλια σκέψη ότι τάχα ήθελε να εξευμενίσει τα οξυμένα πνεύματα, κάλεσε τον λαό της πόλεως στον Ιππόδρομο, για να παρακολουθήσουν την ιπποδρομία και να επέλθει η συμφιλίωση. Εκεί μέσα, μόνο σε τρεις ώρες, κατέσφαξε με την βοήθεια των Γότθων 7000 Έλληνες πολίτες, σύμφωνα με τον χριστιανό ιστορικό Θεοδώρητο, ενώ κατά τον Κεδρηνό, τον Θεοφάνη και άλλους, ο αριθμός των θυμάτων ξεπέρασε τις 15000.

Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Θεοδώρητος γράφει, «Τους θέρισαν όλους, σαν καλαμιές στον θερισμό, διότι ήθελε να εκδικηθεί τον θάνατο ενός στρατηγού και των στρατιωτών του. Ο Θεοδόσιος διέταξε ως αντίποινα την γενική σφαγή του πληθυσμού. Αναφέρεται, ότι σε μία και μόνο ημέρα σφαγιάστηκαν από μισθοφόρους του Θεοδοσίου άνω των 7000 Θεσσαλονικέων και, εάν δεν είχε επέμβει ο επίσκοπος των Μεδιολάνων Αμβρόσιος, η σφαγή θα ήταν καθολική για όλο τον πληθυσμό».  

Η σφαγή της Θεσσαλονίκης θεωρείται από τους ιστορικούς, ως ένα από τα πιο αποτρόπαια εν ψυχρώ εγκλήματα, ενός μονάρχη της αρχαιότητας, πραγματική θηριωδία. Ξεπέρασε σε αγριότητα και διαστροφή και τα πιο ειδεχθή εγκλήματα των τυράννων της ιστορίας.
Ο Θεοδόσιος ενώ θα έπρεπε να κατατάσσεται στον εφιαλτικό πίνακα των πλέον κατάπτυστων αιμοβόρων μοναρχών, αναβιβάζεται από την Εκκλησία, χωρίς αιδώ, στο βάθρο του «Αγίου» και  του «Μέγα».
Ο  άγιος  Αυγουστίνος τον αποκαλεί «τέλειο χριστιανό μονάρχη», ενώ ο Θεοδώρητος «Πανεύφημο βασιλέα και θεοφιλέστατο». 

Άλλο ένα μεγάλο έγκλημα που διέπραξε κατά του Ελληνισμού και της ανθρωπότητας, ήταν το ανθελληνικό διάταγμα του 393 για την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων και όλων γενικά των Πανελλήνιων Αγώνων - Πύθια των Δελφών - Ίσθμια της Κορίνθου, Νέμεα στην Νεμέα της Πελοποννήσου, καθώς και όλων των λαϊκών εορτών και συνάξεων των Ελλήνων, με τις ίδιες πάντοτε ποινές για όσους δεν υπάκουαν στα διατάγματά του. Αυτά τα μιαρά διατάγματα, στέρησαν στον απανταχού Ελληνισμό, το ευγενές γεγονός των φιλοσοφικών σκέψεων και αλληλοεπιδράσεων, της άμιλλας, του αθλητικού ιδεώδους και του ευ αγωνίζεσθαι, της συνεργασίας των πολιτών, των πόλεων και των κρατών, των πανεθνικών εορτών, της ανακωχής, της κατάπαυσης των εχθροπραξιών και της ιεράς εκεχειρίας, που έτερπαν, μόρφωναν και ένωναν επί χιλιετίες το γένος των Ελλήνων.

Οι φανατικοί χριστιανοί αποθρασύνθηκαν από την στάση του αυτοκράτορα και, προέβαιναν στο γκρέμισμα των αρχαίων ναών, των ιερών, των Ασκληπιείων, των θεάτρων, των βιβλιοθηκών, στην καταστροφή των αγαλμάτων, των βιβλίων και όλων των ανεπανάληπτων έργων τέχνης και πολιτισμού. Τι να πρωτοαναφέρει κανείς, ας αναλογισθούν τι ζημία και οπισθοδρόμηση έφεραν επί σειρά αιώνων. Με αυτόν τον τρόπο και με αυτά τα μέσα θριάμβευσε επί της εποχής του Θεοδοσίου ο Χριστιανισμός επί των ειδωλολατρών, και των διαφορετικά σκεπτόμενων ανθρώπων, καθώς και η Ορθοδοξία επί των αιρετικών.
Πως να μην τον ανακηρύξει και ονομάσει το ιερατείο και η εκκλησία άγιο και Μέγα, τίτλος με τον οποίον έμεινε στην ιστορία.  

Το 395 και δύο χρόνια μετά την επίσημη κατάργηση των Ολυμπιακών αγώνων και όλων των άλλων εορτών , εισέβαλαν στην Πελοπόννησο και στην Ολυμπία στίφη Γότθων, 2000 μισθοφόροι με χριστιανούς ιερείς και καλογέρους και με αρχηγό τον βάρβαρο Αλάριχο Μπάλτα, ισοπέδωναν και κατέστρεφαν τα πάντα στο πέρασμά τους. «Εις γήν φέρειν», αυτήν την εντολή είχαν από τον Θεοδόσιο,  κάθε πολύτιμου και  ιερού χώρου. Μεταξύ των άλλων ισοπέδωσε την Ελευσίνα, σκότωσε όλους τους συντελεστές του Μυητικού κέντρου, κατέστρεψε το υπέρ πολύτιμο αρχείο με την απωλεσθείσα γνώση του παρελθόντος και τις λίθινες πλάκες που ήταν χαραγμένος ο παμπάλαιος Ορφικός Λόγος - Ορφικά κείμενα.    

Οι Ρωμαίοι όταν υπέταξαν την Ελλάδα, είχαν απαγορεύσει σε όλους τους κατεχόμενους υπηκόους να έχουν και να φέρουν όπλα. Οι Αθηναίοι όταν  πληροφορήθηκαν την καταστροφή και την σφαγή της Ελευσίνας, ανέβηκαν και κλείστηκαν στην Ακρόπολη. Ο Αλάριχος με το συνονθύλευμά του έφθασε στην Αθήνα, οι Αθηναίοι έδειξαν γενναιότητα και προέβαλαν αποφασιστική αντίσταση, έγιναν μερικές μάχες και δεν επέτρεψαν στον Αλάριχο να συλήσει και να καταστρέψει την πόλη και την Ακρόπολη, έτσι σώθηκε ο Παρθενώνας,  τα άλλα μνημεία και η πόλη της Παλλάδος.

Κατά τον πέμπτο αιώνα στον ερειπωμένο χώρο της Ολυμπίας, έχτισαν μία εκκλησία και έναν χριστιανικό οικισμό, περιτοίχισαν τον χώρο με υλικά του αρχαίου τοίχους και, μέσα σε αυτόν έχτισαν την σωζόμενη μέχρι σήμερα Βυζαντινή εκκλησία.
Το 426 πυρπολήθηκε ο ναός του Ολυμπίου Διός κατά διαταγή του αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Θεοδοσίου του Β΄ του Μικρού. Παρά τους σκληρούς διωγμούς κατά των Ελλήνων και τις καταστροφές που έγιναν κατόπιν διαταγών του και της φανατικής χριστιανής αδελφής του Πουλχερίας, δεν έγινε Μέγας αλλά έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο Μικρός.
Ισχυροί σεισμοί κατά τα έτη 522 και 551 κατέστρεψαν ό,τι είχε απομείνει από τα  λαμπρά οικοδομήματα της Ολυμπίας. Επί πλέον, οι πλημμύρες του Κλαδέου ποταμού αφ΄ ενός και οι εκάστοτε μεταβολές του ρου του Αλφειού αφ’ ετέρου, πλημμύρισαν πολλές φορές την περιοχή, με αποτέλεσμα να υποχωρεί η άμμος και τα νερά να παρασύρουν προοδευτικά τον Ιππόδρομο και μεγάλο μέρος του Σταδίου.

Κατά τoν μεσαίωνα είχαν διαγράψει και αυτό το όνομα της Ολυμπίας.  Τον 14ο  αιώνα, την εποχή της Φραγκοκρατίας, ο οικισμός ονομαζόταν Σέρβια ή Σερβιανά. Κατά δε τον 16ο  αιώνα, επί  Τουρκοκρατίας είχε το όνομα Αντίλαλος, προφανώς από τον αντίλαλο που δημιουργεί ακόμα η υπόγειος Στοά, καθώς έχει άριστη μαθηματική αρχιτεκτονική και λειτουργεί σαν ένα καλό φυσικό ενισχυτικό ηχείο. 

Η Στοά πολλαπλασίαζε τους ήχους και τον βηματισμό των αθλητών, όταν περνούσαν κατά παράταξη και με ρυθμό για να βγουν στο  Στάδιο να αγωνιστούν. Έτσι δημιουργούσε ηχητικές αρμονικές, γεγονός που έδινε αίγλη και εντυπωσίαζε όλους τους αθλητές και τους θεατές.

ΑΡΧΑΙΑ ΡΗΤΑ


ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΠΟΙΗΤΗ (Αλεξανδρινών χρόνων)


Πως γενόμην; πόθεν είμι; τίνος χάριν ήλθον; απελθείν;
πως δύναμαι τι μαθείν; μηδέν επιστάμενος;
ουδέν εών γενόμην, πάλιν έσσομαι ως πάρος ήα,
ουδέν και μηδέν των μερώπων το γένος,
αλλ’ άγε μοι βάκχοιο φιλήδονον έντυε νάμα,
τούτον γαρ έστι κακών φάρμακον αντίδοτον. 


*         *         *

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΩΝ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΩΝ

Πη παρέβειν;  τι δ’ έρεξα; τι μοι δέον ουκ ετελέσθη;


*           *         *

ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ

τα πάντα φίρμα ήν, επελθών δε νους διεκόσμησε πάντα ταύτα.


*          *           *

ΖΗΝΩΝ Ο ΚΙΤΙΕΥΣ

το κατά φύσιν ζειν εν αρετή ζει


*          *           *

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

τα πάντα ρει

                                                                      
                                                                                                                                                                                                         Αθήναι Οκτώβριος  2012

                                                                                                           Ελευθέριος  Διαμαντάρας

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

 


ΕΡΩΣ - ΦΙΛΟΤΗΣ - ΑΓΑΠΗ


«Η μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή είναι η διαπίστωση ότι μας αγαπούν γι' αυτό που είμαστε, ή μάλλον, παρά το γεγονός ότι είμαστε αυτό που είμαστε».                                                      
                                                                      (Victor Marie Hugo  1802-1885).   

 Ένα παλαιό βιβλίο των Αλχημιστών του μεσαίωνα, αναφέρει έναν σημαντικό ορισμό σχετικά με την αγάπη : «Η αγάπη είναι η πρώτη των αρετών, είναι το ιερόν αίσθημα, το οποίον πρέπει να κυριαρχεί της ανθρωπότητος, είναι μία των κυριοτέρων βάσεων των ορθών νόμων. Εκ’ της αγάπης γεννάται η ευσπλαχνία και η ελεημοσύνη αι κυριώτεραι ιδιότητες, αι οποίαι και με αυτήν πρέπει να κοσμούν πάσαν ευγενή και πολιτισμένην ύπαρξιν. Η αγάπη είναι η ευημερία του ανθρωπίνου γένους, η παρηγορία και η ένωσις αυτού, ανεξαρτήτως καταγωγής, αιρέσεων ή θρησκειών. Εάν όλοι οι λαοί ήκουον τας γλυκείας της αγάπης εντολάς, η Ομόνοια, η Ευδαιμονία και η Ειρήνη θα εβασίλευον επί της γης». 

Η Εγκυκλοπαίδεια του Νέστορος Λάσκαρη πρώτη έκδοση 1934, ορίζει την αγάπη ως εξής: «Συναίσθημα αυτο-προσεπιλαμβανόμενον, αφοσίωσις προς τι αντικείμενον ή πρόσωπον, διαρκούσα ηδονή και χαρά, κλίσις, συμπάθεια προκαλούμενη υπό τινός, το οποίον διά των ιδιοτήτων του φαίνεται σε εμάς αμέσως ως πολύτιμον και πηγή ευτυχισμού του εγώ μας, διαρκούσα χαρά διά την παρουσίαν προσώπου τινός, διά την μετ’ αυτού αισθηματικόν ή πνευματικόν σύνδεσμον, διά την απόκτησιν τούτου».  

Για χιλιετίες ισχυρίζονται  κάποιοι από σκοπιμότητα και  κάποιοι από άγνοια ότι, τάχα η Ομηρική λέξη «Αγάπη» δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο των προγόνων μας, ότι αυτή είναι καθαρά χριστιανικής επινοήσεως και ότι, αντί αυτής χρησιμοποιούσαν αόριστα την λέξη «Φιλότης».
Όπως όλοι γνωρίζουμε, στα Ομηρικά κείμενα υπάρχουν τα ρήματα Αγαπώ, Αγαπάζω καθώς και το όνομα Αγαπήνωρ, φυσικά με την διαχρονική και αναλλοίωτη σημασία τους.  Θέτω λοιπόν την απλή ερώτηση:  Πως  υπήρχαν τα ρήματα αυτά, αλλά δεν υπήρχαν εν χρήσει τα επίθετα και τα ουσιαστικά τους; Η λέξη Έρως, εμπεριείχε εκτός των άλλων εννοιών που θα ερευνήσουμε και την Φιλότητα. Αυτή ήταν η πλέον διαδεδομένη,  εμπεριείχε δε εννοιολογικά και  εξομοιωνόταν με μία ενεργό κοσμική και υπερβατική δύναμη. Επάνω σε αυτήν είχαν στηρίξει οι Φιλόσοφοι και ιδιαίτερα ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος, την συμπαντική κοσμοθεωρία της δημιουργίας, της κινήσεως και της αρμονίας του σύμπαντος, με την διατύπωση «Σφαίρος - Φιλότης - Νείκος».

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, ο χριστιανισμός έχει ερανισθεί πολλά από τα Ελληνικά κείμενα, από το λεξιλόγιο, από την Ελληνική γλώσσα που ήταν διεθνής, από τα Μυστήρια και τις θεολατρικές διαδικασίες και ενασχολήσεις των προγόνων μας, τόσο στην φιλοσοφική υποδομή του, όσο και στην λειτουργική του, αντιστρέφοντας φυσικά τα πρόσημα.
Επίσης πρέπει να έχουμε υπ όψιν μας ότι τα αρχαιότερα γραπτά χριστιανικά κείμενα πρωτο-εμφανίζονται στο διάστημα μεταξύ 3ου και 5ου αιώνα, τα δε περισσότερα είναι στην Ελληνική και στην Κοπτική γλώσσα. Στα  Χριστιανικά κείμενα χρησιμοποίησαν την Ελληνική λέξη αγάπη, η οποία είναι υποδεέστερη - πιο λαϊκή από την λέξη Φιλότης. Η πλειονότητα των αρχαίων χριστιανικών κειμένων, βρίθει από σφάλματα, αντιφάσεις, χάσματα, ετεροχρονισμένες ατυχείς συρραφές, αντικρουόμενες αφηγήσεις και πληροφορίες, τα οποία δεν είναι της παρούσης να αναπτυχθούν. 
Επισημαίνω ότι στην αρχαία Ελληνική γλώσσα το ρήμα Φιλώ έχει εντονώτερη την έννοια της Αγάπης από το ρήμα Αγαπώ ή Αγαπάζω. Θα προσεγγίσω την έννοια και την σημασία της λέξεως Έρως, η οποία εμπεριέχει την φιλότητα, την αγάπη, την φιλία, την στοργή και την ελεημοσύνη. Η Αγάπη ως όρος στην καθημερινότητα και στην φιλοσοφία, είναι πολύ σημαντική. Από ψυχολογικής απόψεως είναι το εσωτερικό συναίσθημα της έλξης δύο προσώπων. Από την αρχαιότητα, ο όρος αγάπη διαφοροποιήθηκε και απέκτησε πολυμορφικό χαρακτήρα.
Οι πρόγονοί μας χρησιμοποιούσαν περισσότερο όπως προανέφερα, τις λέξεις Έρως και Φιλότης διότι αυτές  είναι θεμελιώδεις, είναι δε οι πρώτες έννοιες - ενέργειες της δημιουργίας, την οποίαν σοφά πράττοντας, κάλυψαν με τον μύθο της Δήλου, της Νιόβης, της Λητούς, της Αρτέμιδος και του Απόλλωνος. Μετά την θραύση του κοσμικού ωού - (το γνωστό σήμερα ως Big Bang), εξήλθε ο Πανδημιουργός Φάνης Έρως, ο οποίος είχε διττή σημασία και ενέργεια δηλαδή, την Ουράνια και την Γήινη. Καταφεύγω στον ιδρυτή και θεράποντα της ιδεοκρατίας και της εννοιοκρατίας Πλάτωνα, ο οποίος με τον κώδικα του Ησιόδου θα μας οδηγήσει και θα μας φωτίσει, επάνω σε αυτήν τη σοβαρή και διαχρονική έννοια, με την φωνή του διδασκάλου του, Σωκράτη.
Τον κώδικα του Ησιόδου είχαν αποδεχθεί και αναπτύξει οι Προσωκρατικοί και οι Μετασωκρατικοί φιλόσοφοι, ιδιαίτερα δε ο Εμπεδοκλής, οι Σοφιστές με τον ιδρυτή της Κυνικής σχολής Αντισθένη, οι Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης, Διογένης Λαέρτιος, καθώς και οι φιλοσοφικές σχολές των Πυθαγορείων, Επικούρειων, Στωικών, Σχολαστικών και όλοι οι σκεπτόμενοι ορθολογικά διανοητές. Πρέπει να τονισθεί ότι, πλήθος νεώτερων φιλοσοφικών σχολών και φιλοσόφων χρησιμοποιούν την λέξη «Αγάπη», εδώ το γράμμα Άλφα δεν είναι στερητικό αλλά ενισχυτικό της εννοίας. Αυτή, βάσει του κώδικα του Ησιόδου, δήλωνε μία γήινη εννοιολογική αλλά και υποκείμενη στην φθορά και στο ίδιον συμφέρον, δύναμη. 

Σας παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από το έργο του Αριστοτέλη Μετά τα Φυσικά 980 a. 21, «Πάντες άνθρωποι τού ειδέναι ορέγονται φύσει, σημείον δ’ ή των αισθήσεων αγάπησις και γαρ χωρίς της χρείας αγαπώνται δι’ αυτάς, και μάλιστα των άλλων ή διά των ομμάτων…». Προσαρμογή:  Όλοι οι άνθρωποι έχουν από τη φύση τους έφεση για γνώση. Αυτό φαίνεται από την ιδιαίτερη αγάπη που έχουμε για τις αισθήσεις μας  διότι, ανεξάρτητα από τη χρησιμότητά τους, μας είναι αγαπητές οι ίδιες οι αισθήσεις, περισσότερο δε από όλες, η αίσθηση της όρασης. Πράγματι, προτιμούμε την όραση από όλες γενικά τις άλλες αισθήσεις, όχι μόνο για πρακτικούς λόγους αλλά και όταν δεν σκοπεύουμε να επιχειρήσουμε τίποτα διότι η όραση, περισσότερο από κάθε άλλη αίσθηση, μας βοηθά να γνωρίσουμε θετικότερα κάτι αλλά μας αποκαλύπτει και τις διαφορές, για αυτό την έχουν αποκαλέσει και θύρα της ψυχής.
                                                                                           
Ο Πλάτων στο έργο του «Συμπόσιο» αποκαλεί τον Έρωτα «Μέγας Δαίμων», φυσικά με την αρχαιοελληνική σημασία και όχι την κακοποιημένη χριστιανική.  Στο 202 d, η μάντις και φιλόσοφος Διοτίμα από την Μαντινεία, μυεί τον Σωκράτη στα μυστήρια του θείου έρωτα με την φράση: «Δαίμων μέγας, Σωκράτη ο Έρως.  Άλλωστε κάθε τι δαιμονικό ευρίσκεται μεταξύ θεού και θνητού».  Η  σημασία του μεταξύ, είναι ο μέσος όρος που συνδέει τους δύο ακραίους.  Είναι ο Έρως ο οποίος συνδέει το θνητό με το αθάνατο, είναι η βαθειά ερωτική φύση, η οποία όταν κατέχεται από την θεία μανία αναζητεί τον δαίμονα - θείον έρωτα, που θα την φέρει σε επαφή με το Θείο. Ο Έρως δεν μοιάζει ούτε με το θνητό αλλά ούτε και με το Θείο, διότι ο Έρως είναι «μεταξύ» της Σοφίας του Θείου και της μωρίας των θνητών. Άρα ο Έρως είναι Δαήμων και γνώστης και, ως εκ’ τούτου είναι φίλος της σοφίας - γνώσεως.
Ο Σωκράτης τότε την ερωτά:  Και ποία είναι η δράση του;
Η Διοτίμα δίνει την ακόλουθη απάντηση: Να μεταφράζει και να μεταβιβάζει στις θεότητες τα προερχόμενα από τους ανθρώπους και εις τους ανθρώπους τα προερχόμενα από τις θεότητες. Εδώ ο Έρως μοιάζει να περιγράφει ακριβώς την ροή την μεταξύ ή την συνδέουσα τους θνητούς με τις θεότητες. Βασική όμως προϋπόθεση για την διασύνδεση των θνητών με τα αθάνατα είναι η ανεμπόδιστη έσω ροή της αρετής.

Ο Πλάτων στο έργο του «Κρατύλος» 420 b δια στόματος Σωκράτους, λέει: «Τον παλαιό καιρό ο Έρως ονομαζόταν έσ-ρος, από το ρήμα εσρέω, διότι χρησιμοποιούσαμε το ο-όμικρον  αντί του ω-ωμέγα, ο Έρως του εαυτού η έσω ροή  είναι το θαύμα του «Γνώθι σ’ αυτόν» της έσωθεν κοινωνίας του θείου σπινθήρα. Η ελεύθερη έσω ροή είναι η βάση του έρωτος των δύο φύλων κατά την Διοτίμα, θέση που την αποδέχεται και ο Σωκράτης, ο οποίος στο 206 b - 207 λέει ότι ο Έρως είναι «ο τόκος - η αμοιβή εν τω καλώ», διότι η δημιουργία συντελείται με την εξισορρόπηση των αντιθέτων δυνάμεων, με την ισότιμη συμμετοχή των δύο αρχών της άρρενας και της θήλειας.

Ο Ηράκλειτος στα «Αποσπάσματά»  του 8, 51, 54, 57 και ο Εμπεδοκλής στα «Αποσπάσματά» του 17, 21, 32, 36 ταυτίζονται και δηλώνουν ότι, η ροή της έσω λειτουργίας είναι πρότυπη σε κάθε έλλογο όν και έχει αιτία την αντίθεση και όχι την ομοιότητα, για να επέλθει το αποτέλεσμα της αρμονίας, εξισορρόπηση των αντιθέτων ιδού το μωσαϊκό δάπεδο διαφόρων χριστιανικών εκκλησιών και όχι μόνο.

Η εξωτερική ροή παρουσιάζεται με τον δεύτερο αναγραμματισμό: Έρως= ρέω και στον Κρατύλο  427 α, ο Σωκράτης λέει για το σύμφωνο Σ ότι, είναι φυσητικό και μιμείται το σείομαι και τον σεισμό. Πράγματι η παλινδρομική κίνηση του έρωτος μιμείται την παλινδρομική κίνηση του σεισμού, κατά την οποίαν ο άνδρας γεννά και μετά από εννέα μήνες η γυνή τίκτει. Έτσι, με την αέναο παλινδρομική κίνηση του Σ - ροή του έρωτος, επιτυγχάνεται η μεταβίβαση των θείων στους ανθρώπους και από τους ανθρώπους στις θεότητες, «Συμπόσιο» 202, 203 b.

Με την αλλαγή του τονισμού ο Έρως γίνεται ερώ που είναι ο Μέλλον του ρήματος λέγω, πράγματι ο Έρως σε όλα τα επίπεδά του διακρίνεται διά το λέγειν - ερώ, το οποίον είναι αμφίδρομο. Με την παρουσία του Σ  η εναλλαγή του λόγου και κάθε συζήτηση καθίσταται διαλογική, για να οδηγηθεί στην διαλεκτική και την μαιευτική μεθοδολογία του λόγου, για την προσέγγιση και την ανεύρεση της Αλήθειας.            
Η Διοτίμα στο 204 a και d τονίζει ότι, ο Έρως είναι φιλόσοφος ολοκληρωμένος και με τον αναγραμματισμό περιγράφεται επακριβώς η ουσία της λέξεως, η οποία εξηγεί την πλήρη έννοια της έσω - έξω αρμονικής ροής.

Ας εξετάσουμε τώρα τον αλληγορικό μύθο του Πόρου, της Πενίας και του Έρωτος, τον οποίον αναφέρει ο Πλάτων στο «Συμπόσιο».
Ο Σωκράτης ερωτά την Διοτίμα: «Είπα ποιός είναι ο πατέρας μου και η μητέρα μου, αλλά ο Έρως ποιούς έχει γονείς;».
Η Διοτίμα απάντησε ως εξής: «Αυτό είναι μία μεγάλη ιστορία, αλλά θα σου την διηγηθώ»: Την εποχή που ήλθε στον κόσμο η Αφροδίτη - Κάλλος οι θεοί είχαν συμπόσιο, μεταξύ των άλλων ήταν και ο υιός του Διός και της Μήτιδος - Σοφίας Πλούτος - Πόρος - Πέρασμα.  Όταν απέφαγαν, πήγε και η Πενία να επαιτήσει, (όπου υπάρχει μεγάλος πλούτος υπάρχει και μεγάλη φτώχια), γιατί αυτό ήταν φυσικό σε ένα τόσο πλούσιο γεύμα, στάθηκε λοιπόν στην είσοδο.
Ο Πόρος τότε μεθυσμένος από το νέκταρ, διότι ακόμη τότε δεν υπήρχε ο οίνος, εξήλθε στους κήπους του Διός και με το κεφάλι βαρύ έπεσε και αποκοιμήθηκε. Τότε η Πενία μέσα στην απορία - φτώχεια της έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο της, πώς να αποκτήσει ένα παιδί από τον Πλούτο - Πόρο. Πήγε τότε λοιπόν και ξάπλωσε δίπλα του και έτσι, απέκτησε τον Έρωτα. Για τον λόγο αυτόν ο Έρωτας έγινε συνοδός και υπηρέτης της Αφροδίτης, διότι γεννήθηκε στα γενέθλιά της, είναι «εμφύτως» ερωτευμένος με το κάλλος - ωραίο, διότι η Αφροδίτη είναι η εκπροσώπηση του κάλλους στον γήινο κόσμο.

Η σύλληψη και η γέννηση του Έρωτος από την Πενία είναι η κατάσταση  «μεταξύ» της θνητής Πενίας και του πλούσιου και αθάνατου Πόρου. Είναι ο συνδετικός λόγος μεταξύ των δύο κόσμων, των θνητών και των αθανάτων. Είναι η κατάσταση του «δαίμονος - δαήμονος», του Φρονίμου και Γνωρίζοντος, κατά τον Σωκράτη στον χώρο τον «μεταξύ» όπου αυτός δεσπόζει, Πλάτων «Κρατύλος 398 c». Συνεπώς ο διαμεσολαβητής «δαήμων - φρόνιμος - έρως» περιέχει στην νοητική κατανόηση, όλα τα συναισθήματα και οφείλει να εκφράζεται με την λογική, την σοφία - γνώση και την αγάπη.      

Ο Ελληνισμός είναι η έντονη Αγάπη προς τον κόσμο - προς το Παν
Στην Ελληνική παράδοση, ο Έρως  με την έννοια της Αγάπης, δηλώνει κάθε είδους Αγάπη  για την αρετή, την γη, την θάλασσα, την επιστήμη, την τέχνη, την γυναίκα, τον άνδρα κλπ. Είναι η πρώτιστη και συνεχής αιτία της Θεογονίας, της Κοσμογονίας και της Κοσμοποιείας, τόσο στην Ορφική, την Ομηρική όσο και στην Ησιόδεια Μυθολογική αλληγορική παράδοση. Είναι έννοια αφηρημένη, πολυσυλλεκτική και είναι το σύνολο της Συμπαντικής Αγάπης προς το σύνολο του εκδηλωμένου κόσμου προς τα πάντα, από την πρωτογενή ύλη μέχρι τις θεότητες. Είναι η ελκτική και συνεκτική δύναμη που συγκρατεί την ύλη η οποία δημιουργεί και διατυπώνει κάθε μορφολογία. Ο Έρως, είναι ο αρχαιότερος των εγκοσμίων θεοτήτων και υπεύθυνος για κάθε δημιουργία. Η ενέργειά του ενυπάρχει σε όλες τις θεότητες καθώς και σε όλα τα έμβια όντα, τα φυτά και σε όλη την υλική εκδήλωση, διότι διέπει, διακατέχει και πληροί το Παν.
Κατά τον Εμπεδοκλή η Φιλότης - αγάπη, αντιτίθεται και εξισορροπεί το Νείκος - Μίσος - Αποδόμηση  και έτσι διατηρείται η αρμονία στο Σύμπαν.
Την ιδέα της συμπαντικής αγάπης ασπάζεται και ο Αριστοτέλης, αργότερα και ο Ποσειδώνιος ο οποίος διατύπωσε την θεωρία της παγκοσμίου «συμπάθειας - αρμονικής αγάπης», καθώς και πλήθος άλλων φιλοσοφικών σχολών και πνευματικών ανθρώπων. Σε ό,τι αφορά την θεμελιώδη φιλοσοφική σημασία της έννοιας της αγάπης στον έρωτα, επισημαίνεται για πρώτη φορά από τον Πλάτωνα στους διαλόγους «Συμπόσιο»  και  «Φαίδρος». Η αγάπη, λέει ο Πλάτωνας, είναι η έλξη που ασκεί το Κάλλος - το Ωραίο.

Οι τύποι της αγάπης είναι όσοι και οι τύποι του ωραίου. Η αγάπη γεννιέται κατά την επαφή με το αισθητό ωραίο, αλλά ανελίσσεται από αυτό στο ψυχικό ωραίο και, βαθμιδόν ανέρχεται  στο διανοητικό κάλλος, όπου είναι και η αληθής αγάπη. Τα αισθητά κάλλη του υλικού κόσμου, αναφέρει ο Πλάτων, δεν είναι τίποτα άλλο παρά χονδροειδή σχεδιάσματα ή ωχρές ανταύγειες. Η αγάπη είναι συνεπώς η λαχτάρα του ανθρωπίνου όντος να ξεπεράσει την αισθητή πραγματικότητα, για να καταλήξει στη θέαση και την αρμονία του κόσμου των ιδεών. 

Ο Ελληνικός κόσμος λοιπόν,  είναι ένας κόσμος στον οποίον το κύριο στοιχείο είναι η Αγάπη, αυτός είναι ο βιότοπος του Ελληνισμού και ο καθολικός προσδιοριστικός όρος του Ελληνικού πολιτισμού, που τον καθιστά μοναδικό.
*«Ούτω πολλαχόθεν ομολογείται ο Έρως εν τοις Θεοίς πρεσβύτατος        είναι» Πλάτων.  Προσαρμογή:  «Πράγματι από πάρα πολλούς ομολογείται, ότι ο Έρως είναι ο παλαιότερος από τους Θεούς». 
* «Πρώτιστον μέν Έρωτα θεών μητίσατο πάντων», Παρμενίδης (στ.13). Προσαρμογή:  «Πρώτιστη από όλες τις θεότητες ( η δημιουργία), επινόησε τον Έρωτα.   
* «Σεμνός Έρως Αρετής»  Φωκυλίδης,  ο Έρωτας για την Αρετή  είναι άξια επιθυμία.     
*«Σε όσους γιατρούς υπάρχει και φιλανθρωπία, εκεί υπάρχει και
Έρωτας για την επιστήμη»,  Ιπποκράτης.    
Όποιος επιθυμεί να προσεγγίσει σε βάθος το τι είναι η αγάπη, θα διαπιστώσει ότι δεν είναι φόβος, εξάρτηση, ζήλεια, κτητικότητα, υπευθυνότητα, αυτο-λύπηση, το χρέος και η αγωνία του να μην αγαπηθείς. Αφού λοιπόν τα αποβάλλουμε όλα αυτά, όχι με την βία αλλά με την αυτογνωσία και την συνεχή άσκηση και βίωση της Αρετής, τότε ίσως βρούμε αυτό το περίεργο άνθος που τόσο πολύ αναζητά διαχρονικά ο άνθρωπος για να οδηγηθεί εν Αρετή στην Ευδαιμονία.
Κανείς και καμία εξουσία δεν θα μας υπαγορεύσει κάποια μέθοδο ή κάποιο σύστημα πως να αγαπάμε. Η αγάπη δίνει τόσα πολλά και δεν ζητά τίποτα, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι δεν στοιχίζει απολύτως «Τίποτα».
Προσφέρετε λοιπόν συνάνθρωποι συνεχώς και αφειδώς Αγάπη με έργα, με λόγους και με θετικές σκέψεις, θέλω δε να τονίσω ότι, αυτές οι ενέργειες επιστρέφουν και επενεργούν πολλαπλάσια στον δίδοντα και ας μην το αντιλαμβάνεται τις περισσότερες φορές.  
Η άξια ερευνήτρια Αλτάνη έχει ασχοληθεί σε βάθος με επιτυχία και με αυτό το Ελληνοπρεπές θέμα.

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012


                      ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ  ΤΟ  ΝΕΟ  ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ 







ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Χ. ΔΙΑΜΑΝΤΑΡΑΣ

5
5
                                                5555   55




ΕΛΛΗΝΙΚΑ   
                                                                  

                          ΑΝΑΛΕΚΤΑ




      Φίλτατε αναγνώστη,                                                                                                                                
Το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου είναι πνευματικός καρπός και μόχθος πολλών ετών και περιλαμβάνει δύο ενότητες. 
Μετά από μελέτες και έρευνες πολλών ετών σε φιλοσοφικά, ιστορικά και κοινωνικά θέματα, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι, για τον  Έλληνα με την μέση παιδεία δεν είναι δύσκολο να ασχοληθεί και να κατανοήσει τα πνευματικά θέματα. Αρκεί να ακολουθήσει την ορθή μεθοδολογία και να μπορέσει να αποκτήσει την δυνατότητα να σκέπτεται και να ενεργεί ορθά, ώστε να κατακτήσει την ζωή του και να την κάνει πιο εύκολη και ευχάριστη, διότι θα έχει καταστεί πνευματικά  ελεύθερος και υψιπετής.
Το παρόν βιβλίο φιλοδοξεί να έχει αυτόν το ρόλο και, να αποτελέσει ένα χρήσιμο πνευματικό εργαλείο αναγκαίο και χρήσιμο για τους νέους μας και για κάθε Ελληνική βιβλιοθήκη. 

Η πρώτη ενότητα του βιβλίου, περιλαμβάνει τα βασικά θεωρητικά μέρη της φιλοσοφίας, της λογικής, της γλώσσας,  της γραφής και της ιστορίας, τα οποία θα διευκολύνουν την κατανόηση των διαφόρων αυτοτελών κειμένων που ακολουθούν στο δεύτερο μέρος.
Ερευνώνται επίσης, οι συνθήκες και η ανάγκη που ώθησαν τον άνθρωπο και κατ’ επέκτασιν τις κοινωνίες, να αγωνιστούν για να μπορέσουν να απαλλαγούν από την άγνοια. Οι λαοί κατέκτησαν την πνευματική τους απελευθέρωση μόνο με την εξέλιξη της θεωρίας, της πράξεως και την επικράτηση της Λογικής Αιτιότητας. Έτσι, κατάφεραν να απαλλαγούν προοδευτικά από την άγνοια και τον φόβο, που τους κρατούσαν δέσμιους και υποκείμενους της σκοτεινής σκοπιμότητας, της αμάθειας και των προλήψεων. 
Στο δεύτερο μέρος ακολουθούν διάφορες σημαντικές βιογραφίες και αυτοτελή κείμενα με τα έργα σπουδαίων ανδρών της Αρχαιότητας, τα οποία σφράγισαν και συνέτειναν στην διαμόρφωση και στην εξέλιξη του Πολιτισμού,  τα οποία παραμένουν πάντα επίκαιρα. 
Επίσης, παρουσιάζονται ενδιαφέρουσες αυτοτελείς έρευνες και μελέτες μου σε σημαντικά διαχρονικά και σύγχρονα θέματα, τα οποία για διάφορους ευνόητους λόγους αποφεύγουν να τα αγγίζουν οι ασχολούμενοι.

 ISBN  978-618-80047-0-2